<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Σύνταγμα Archives - De Jure</title>
	<atom:link href="https://dejure.com.cy/tag/syntagma/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://dejure.com.cy</link>
	<description>Ειδήσεις και αναλύσεις νομικών διαστάσεων</description>
	<lastBuildDate>Thu, 17 Dec 2020 11:37:19 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.8.4</generator>
	<item>
		<title>Κρατικός προϋπολογισμός 2021: Το ενδεχόμενο της καταψήφισης</title>
		<link>https://dejure.com.cy/ex-parte/kratikos-proypologismos-2021-to-endechomeno-tis-katapsifisis/</link>
					<comments>https://dejure.com.cy/ex-parte/kratikos-proypologismos-2021-to-endechomeno-tis-katapsifisis/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Νάταλι Μιχαηλίδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 17 Dec 2020 11:17:36 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ex Parte]]></category>
		<category><![CDATA[Βουλή]]></category>
		<category><![CDATA[Δίκαιο της ανάγκης]]></category>
		<category><![CDATA[προϋπολογισμός]]></category>
		<category><![CDATA[Σύνταγμα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://dejure.com.cy/?p=1829</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η μη ψήφιση του προϋπολογισμού από το ΔΗΚΟ αυτόματα καθιστά υπεύθυνα τα υπόλοιπα κόμματα που έχουν διακηρυγμένη πρόθεση να τον καταψηφίσουν; Ή μήπως η κυβέρνηση έχει την ευθύνη της διασφάλισης της πλειοψηφίας μέσω επίτευξης ελάχιστων συγκλίσεων;</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/ex-parte/kratikos-proypologismos-2021-to-endechomeno-tis-katapsifisis/">Κρατικός προϋπολογισμός 2021: Το ενδεχόμενο της καταψήφισης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Είναι γεγονός ότι η εξαγγελία του ΔΗΚΟ για καταψήφιση του προϋπολογισμού φέρνει την κυβέρνηση σε δύσκολη θέση. Η μη ψήφιση του προϋπολογισμού από το ΔΗΚΟ αυτόματα καθιστά υπεύθυνα τα υπόλοιπα κόμματα που έχουν διακηρυγμένη πρόθεση να τον καταψηφίσουν; Ή μήπως η κυβέρνηση έχει την ευθύνη της διασφάλισης της πλειοψηφίας μέσω επίτευξης ελάχιστων συγκλίσεων;</strong></p>
<p><strong>Του Χάρη Ιωσηφίδη*</strong></p>
<p>Σε μία προεδρική δημοκρατία όπου σύμφωνα με το Σύνταγμα ο προϋπολογισμός χρειάζεται την έγκριση της Βουλής, όταν μία κυβέρνηση δεν έχει εξασφαλισμένη την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, πάντα θα έπρεπε όταν έρχεται η ώρα του προϋπολογισμού να είναι ορατός ο κίνδυνος καταψήφισης. Διότι το Σύνταγμα επιτρέπει την καταψήφιση. Διαφορετικά ο συνταγματικός νομοθέτης θα ρύθμιζε το θέμα διαφορετικά. Η στάση κάποιων κομμάτων , και συγκεκριμένα του ΔΗΚΟ, δεν άφησε ποτέ να γίνει αυτό. Όλη αυτή η συζήτηση έπρεπε, κατά την άποψή μου, να θεωρείται φυσιολογική και δεν θα έπρεπε να ακούγεται ότι πρόκειται για «κρίση που δεν έχει ξαναγίνει από το 1963». Συμπερασματικά, η κυβέρνηση θα έπρεπε πάντα να προσπαθεί να επιτύχει συγκλίσεις και να μην επαναπαύεται στη στάση του ΔΗΚΟ και του κάθε ΔΗΚΟ.</p>
<p>Σύμφωνα με την ανάλυση συνταγματολόγων, σε προεδρικό σύστημα όπως το δικό μας, ο ρόλος της Βουλής είναι ο έλεγχος των δαπανών μέσω της ψήφισης του προϋπολογισμού και όχι η άσκηση πίεσης επί της εκτελεστικής εξουσίας για άλλους σκοπούς. Με βάση αυτή την ερμηνεία υπάρχει το παράδοξο ότι ενώ ο συνταγματικός νομοθέτης θεώρησε ότι ο προϋπολογισμός πρέπει να ψηφίζεται με νόμο (ελεύθερα τα κόμματα να ψηφίσουν υπέρ, κατά ή αποχή), εντούτοις η Βουλή είναι υποχρεωμένη να υπερψηφίζει τον νόμο αυτό.</p>
<blockquote>
<p style="text-align: left;">Η κυβέρνηση αντί να εξαπολύει δημόσιες κατηγορίες κατά των κομμάτων που δεν μπορούν να ταυτιστούν με την πολιτική της, θα έπρεπε να καταβάλει προσπάθεια για συγκλίσεις.</p>
</blockquote>
<p>Η δικαιολόγηση αυτής της θέσης εδράζεται στην ανάλυση ότι σε ένα προεδρικό σύστημα που βασίζεται στην αρχή διάκρισης των εξουσιών, όπως είναι το δικό μας, η εκτελεστική εξουσία είναι ανεξάρτητη, άρα δεν πρέπει να εξαρτάται από την κοινοβουλευτική. Συνεπώς, μπορεί να δρα με έλεγχο από τη Βουλή όσον αφορά τις δαπάνες, αλλά όχι καθ’ υπόδειξη της βουλής όσον αφορά θέματα που άπτονται της εκτελεστικής εξουσίας. Δηλαδή θα πρέπει να αφήνεται το περιθώριο στην εκτελεστική να υλοποιεί τις πολιτικές της. Αυτό σημαίνει ότι η κοινοβουλευτική εξουσία πρέπει να ασκεί τα καθήκοντα ελέγχου της καλή τη πίστη, χωρίς να ξεπερνά κάποια όρια που να συνιστούν καταπάτηση της αρχής διάκρισης των εξουσιών.</p>
<p>Πάντως, το Σύνταγμα παρέχει τη λύση στην κυβέρνηση για τους επόμενους δύο μήνες. Μετά, η κατάσταση καθίσταται προβληματική καθότι δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στο Σύνταγμα που να επιτρέπει στην εκτελεστική εξουσία να διενεργεί δαπάνες χωρίς έγκριση από τη Βουλή. Μέχρι τέλος Φεβρουαρίου όμως, η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα διερεύνησης πιθανών συγκλίσεων. Η κυβέρνηση αντί να εξαπολύει δημόσιες κατηγορίες κατά των κομμάτων που δεν μπορούν να ταυτιστούν με την πολιτική της, θα έπρεπε να καταβάλει προσπάθεια για συγκλίσεις. Ίσως η κυβέρνηση να επιδιώκει να κερδίσει τουλάχιστον στο επικοινωνιακό κομμάτι, ώστε να μη χρειαστούν μεγάλες εκπτώσεις στις πολιτικές της που προωθεί μέσω του προϋπολογισμού.</p>
<p>Εκκρεμεί το ερώτημα τι θα συμβεί εάν δεν περάσει ο προϋπολογισμός μετά και την ψήφιση του δεύτερου δωδεκατημορίου. Στο ερώτημα αυτό έχει ενσκήψει ο γνωστός Κύπριος συνταγματολόγος Σαρίπολος στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ανέφερε ότι σε περίπτωση που παρουσιαστεί τέτοιο ενδεχόμενο υπάρχει η διέξοδος του δικαίου της ανάγκης. Τη θέση αυτή επανέλαβε το 1982 και ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας Κρίτων Τορναρίτης. Ο Πρόεδρος θα μπορούσε να κάνει επίκληση του δικαίου της ανάγκης, η οποία αναγνωρίζεται ως συνταγματική αρχή, για να επιτρέψει στην εκτελεστική εξουσία να διενεργήσει δαπάνες χωρίς να εξασφαλιστεί η έγκριση από τη Βουλή. Με αυτό τον τρόπο το κράτος και οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν και αποφεύγεται η παύση λειτουργίας και a fortiori η κατάρρευσή του. Αυτή η λύση ικανοποιεί και την αρχή βάσει της οποίας «το Σύνταγμα υφίσταται για την πολιτεία και όχι η πολιτεία για το Σύνταγμα».</p>
<p>Πάντως, θεωρείται θεμιτό σε ένα δημοκρατικό σύστημα να δοκιμάζονται τα όρια του Συντάγματος. Γίνεται συζήτηση, δημιουργείται προηγούμενο, όλοι γίνονται σοφότεροι. Και η σοφία αυτή μπορεί να χρησιμεύσει στο μέλλον για χειρότερες ενδεχομένως καταστάσεις.</p>
<p>Το συνταγματικό αυτό κώλυμα αντιμετωπίστηκε και στις ΗΠΑ, όπου είχε προκληθεί κυβερνητικό λουκέτο για πέραν του ενός μήνα το 2019. Στο Βέλγιο δεν υπήρχε κυβέρνηση για πέραν των 18 συνεχόμενων μηνών και πολλοί έχουν να το λένε ότι ποτέ δεν είχε λειτουργήσει καλύτερα το κράτος.</p>
<p>Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει πάντα η διέξοδος με το δίκαιο της ανάγκης βάσει του οποίου η κυβέρνηση θα μπορεί να προβαίνει σε δαπάνες χωρίς την έγκριση της Βουλής, επικαλούμενη τον κίνδυνο παύσης λειτουργίας του κράτους.</p>
<p><img loading="lazy" class="alignleft wp-image-1830" src="https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/12/Josephides_Haris_picture-150x150.jpg" alt="" width="80" height="80" srcset="https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/12/Josephides_Haris_picture-150x150.jpg 150w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/12/Josephides_Haris_picture-300x300.jpg 300w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/12/Josephides_Haris_picture-768x768.jpg 768w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/12/Josephides_Haris_picture-130x130.jpg 130w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/12/Josephides_Haris_picture-400x400.jpg 400w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/12/Josephides_Haris_picture-600x600.jpg 600w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/12/Josephides_Haris_picture.jpg 1000w" sizes="(max-width: 80px) 100vw, 80px" />*Νομικός-Δικηγόρος<br />
Κοινοβουλευτικός συνεργάτης<br />
Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/ex-parte/kratikos-proypologismos-2021-to-endechomeno-tis-katapsifisis/">Κρατικός προϋπολογισμός 2021: Το ενδεχόμενο της καταψήφισης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://dejure.com.cy/ex-parte/kratikos-proypologismos-2021-to-endechomeno-tis-katapsifisis/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, 1983Απόφαση-σταθμός για τα όρια της βουλευτικής ασυλίας</title>
		<link>https://dejure.com.cy/enstantane/apofasi-stathmos-gia-ta-oria-tis-voyleytikis-asylias/</link>
					<comments>https://dejure.com.cy/enstantane/apofasi-stathmos-gia-ta-oria-tis-voyleytikis-asylias/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Νάταλι Μιχαηλίδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 30 Nov 2020 16:51:43 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ενσταντανέ]]></category>
		<category><![CDATA[βουλευτική ασυλία]]></category>
		<category><![CDATA[Γενικός Εισαγγελέας]]></category>
		<category><![CDATA[ποινική δίωξη]]></category>
		<category><![CDATA[Σύνταγμα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://dejure.com.cy/?p=1803</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το Ανώτατο έδωσε άδεια για δίωξη του βουλευτή Γεώργιου Γεωργίου - Δύο Δικαστές εξέφρασαν επιφυλάξεις </p>
<p>Γράφει: Χριστάκης Γιαννακός</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/enstantane/apofasi-stathmos-gia-ta-oria-tis-voyleytikis-asylias/">&lt;span style=&#039;font-size: 18px;&#039;&gt;ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, 1983&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Απόφαση-σταθμός για τα όρια της βουλευτικής ασυλίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Το Ανώτατο έδωσε άδεια για δίωξη του βουλευτή Γεώργιου Γεωργίου &#8211; Δύο Δικαστές εξέφρασαν επιφυλάξεις</strong></p>
<p>Γράφει: Χριστάκης Γιαννακός</p>
<p>Το Ανώτατο Δικαστήριο απαρτιζόμενο από τον πρόεδρό του κ. <strong>Μ. Τριανταφυλλίδη και τους Δικαστές κ.κ. Τ. Χατζηαναστασίου, Α. Λοΐζου, Γ. Μαλαχτό, Α. Λώρη, Δ. Στυλιανίδη και Γ. Πική</strong> αποδέχθηκε χτες την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για <strong>παροχή άδειας ποινικής δίωξης του βουλευτή</strong> Γ. Γεωργίου, από τη Λάρνακα, για τα αδικήματα πλαστογραφίας εγγράφων και χρησιμοποίησής τους.</p>
<p>Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης είπε ότι η άδεια δίωξης βουλευτή, <strong>βάσει του άρθρου 83(2) του Συντάγματος, δεν δίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο αυτόματα σε κάθε περίπτωση,</strong> αλλά πρέπει να λαμβάνονται μεταξύ άλλων υπόψη η φύση της σχετικής διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και της βουλευτικής ασυλίας, η σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο ζητείται άδεια να ασκηθεί ποινική δίωξη, οι συναφείς λόγοι δημοσίου συμφέροντος, τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και επίσης το <strong>αν η δίωξη έχει πολιτικά ελατήρια, γιατί τούτο μπορεί να αποτελέσει λόγο άρνησης</strong> της σχετικής άδειας.</p>
<p>Ο κ. Τριανταφυλλίδης τόνισε ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει μόνο κατά πόσον ενόψει των ενώπιον του στοιχείων, η δίωξη του καθ’ ου η αίτηση δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως με βάση τον Νόμο και τα γεγονότα και όχι αν αποδεικνύεται η ενοχή του με βάση τα στοιχεία αυτά. Ο κ. Τριανταφυλλίδης πρόσθεσε ότι ένας λόγος που καθιστούσε αναγκαία την άδεια του Δικαστηρίου για ποινική δίωξη του καθ’ ου η αίτηση ήταν ότι <strong>αν τελικά βρεθεί ένοχος για τα αδικήματα που κατηγορείται, δυνατόν, βάσει των προνοιών του άρθρου 71 του Συντάγματος, να χάσει την έδρα του στη Βουλή.</strong></p>
<p>Καταλήγοντας, ο κ. Τριανταφυλλίδης είπε ότι εφόσον οι σχετικές κατηγορίες αφορούν μόνο ενέργειες του καθ’ ου η αίτηση ως δικηγόρου έναντι πελάτη του και δεν αφορούν άμεσα ή έμμεσα την άσκηση των καθηκόντων του ως βουλευτή ή πολιτικού, η δίωξή του δεν έχει πολιτικά ελατήρια. Για όλους αυτούς τους λόγους <strong>η αίτηση για παροχή άδειας δίωξης του πρέπει να γίνει αποδεκτή.</strong></p>
<p>Με την απόφαση του κ. Μ. Τριανταφυλλίδη συμφώνησαν οι Δικαστές Γ. Μαλαχτός και Α. Λώρης. Ο Δικαστής κ. Α. Λοΐζου αφού αναφέρθηκε στις αποφάσεις του Προέδρου του Δικαστηρίου κ. Μ. Τριανταφυλλίδη και του δικαστή κ. Γ. Πική, ανέφερε σε χωριστή απόφασή του, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση για τη δίωξη του καθ’ ου η αίτηση λήφθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος αποτελεί ανεξάρτητο αξιωματούχο βάσει του Συντάγματος και ο οποίος έχει την εξουσία κατά την κρίση του προς το δημόσιο συμφέρον να διατάσσει την ποινική δίωξη οιουδήποτε προσώπου στην Κύπρο για οποιοδήποτε αδίκημα. Ο κ. Α. Λοΐζου πρόσθεσε ότι το Δικαστήριο με βάση την συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία του Γενικού Εισαγγελέα εξέτασε αν υπήρχαν στην προκειμένη περίπτωση οι <strong>προϋποθέσεις για την άρση της βουλευτικής ασυλίας</strong> του καθ’ ου η αίτηση. Ο κ. Α. Λοΐζου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα υπόθεση <strong>η ζητηθείσα άδεια έπρεπε να δοθεί εν όψει της σοβαρότητας και της φύσεως των αδικημάτων</strong> για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη του καθ’ ου η αίτηση και ενόψει του γεγονότος ότι τα αδικήματα αυτά <strong>έχουν χαρακτήρα ατιμωτικό και ηθικής αισχρότητας.</strong></p>
<p>Εφόσον δε σε περίπτωση καταδίκης του καθ’ ου η αίτηση η έδρα του στη Βουλή κενούται, βάσει του άρθρου 71 του Συντάγματος, δεν δικαιολογείται οιαδήποτε καθυστέρηση στην εκδίκαση των αδικημάτων για τα οποία ο Γενικός Εισαγγελέας προτίθεται να προβεί στην ποινική δίωξη του καθ’ ου η αίτηση.</p>
<p>Ο Δικαστής κ. Δ. Στυλιανίδης συμφώνησε με την απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου κ. Μ. Τριανταφυλλίδη και πρόσθεσε: <strong>«Η κοινοβουλευτική ασυλία που διασφαλίζεται από το Σύνταγμα δεν είναι προσωπικό δικαίωμα του βουλευτή, αλλά αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του Σώματος με σκοπό να ασκεί ανεμπόδιστα τη λειτουργία του.</strong> Δεν είναι αναγκαία απόφαση του αιτητή ότι η άρση της ασυλίας είναι προς το δημόσιο συμφέρον. Ο μόνος κριτής επί του θέματος είναι το Ανώτατο Δικαστήριο. Η ευθύνη για την τελική απόφαση εναπόκειται στο Δικαστήριο μετά την εξέταση των ενώπιον του στοιχείων. Άδεια για δίωξη με κανέναν τρόπο δεν επηρεάζει τις εξουσίες του ποινικού Δικαστηρίου. Οι νόμοι που διέπουν την ποινική δίωξη και την ποινική δίκη που ακολουθεί όταν παραχωρηθεί άδεια, είναι οι ίδιοι που εφαρμόζονται σε μια συνηθισμένη ποινική διαδικασία. Η παρούσα υπόθεση δεν είναι υπόθεση πολιτικής καταδίωξης. Είμαι ικανοποιημένος ότι δεν υπάρχουν πολιτικά ελατήρια παρά τις οποιεσδήποτε επιπτώσεις που πιθανόν να υπάρξουν στην πολιτική σταδιοδρομία του καθ’ ου η αίτηση ή του πολιτικού του κόμματος -τέτοιες επιπτώσεις αν υπάρξουν δεν ενδιαφέρουν το Δικαστήριο. Λαμβάνω υπόψη μου τη φύση των αδικημάτων. Είναι <strong>τελείως άσχετα με τις δραστηριότητες του καθ’ ου η αίτηση ως μέλους της Βουλής.</strong> Τα αδικήματα είναι σοβαρά∙ πράγματι καταδίκη συνεπάγεται κένωση της θέσης του και τερματισμό της βουλευτικής του θητείας. Δεν είναι σκοπός της πρόνοιας του άρθρου 83 του Συντάγματος να διατηρεί στη Βουλή πρόσωπο το οποίο δεν θα ήτο εκεί αν ο Νόμος ακολουθούσε την πορεία του».</p>
<p>Ο εκ των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γεώργιος Πικής εξέδωσε χωριστή απόφαση. Ο κ. Πικής αναφέρθηκε καταρχήν στην απόφαση του επί του προδικαστικού σημείου που είχε εγερθεί κατά την έναρξη της διαδικασίας και επανέλαβε ότι κατά τη γνώμη του η αίτηση ήταν άκυρη γιατί δεν προερχόταν από αρμόδια βάσει του Συντάγματος Αρχή, δηλαδή τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Τίποτε από ότι έχω ακούσει -τόνισε ο κ. Πικής- με έχει πείσει περί του αντιθέτου, το καθήκον μου όμως επιβάλλει να προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών σημείων της αίτησης, δεδομένου ότι σε περίπτωση προδικαστικής ένστασης, τα επίδικα θέματα όπου υπάρχει διχογνωμία καθορίζονται από τη απόφαση της πλειοψηφίας. «Η σύνθεση του Δικαστηρίου παραμένει αδιάσπαστη και δεν εξαρτάται από την έκβαση προδικαστικών ενστάσεων. Ως εκ τούτου, παρά τις επιφυλάξεις μου για την εγκυρότητα της διαδικασίας, πρέπει να προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης. Την υποχρέωση αυτή δεν έχω δικαίωμα κατά τα δικαστικά θέσμια να αποποιηθώ.»</p>
<p>Στη συνέχεια της απόφασής του, ο κ. Πικής ανέφερε ότι <strong>η βουλευτική ασυλία έχει τεθεί σαν προνόμιο του νομοθετικού Σώματος και για τη διασφάλιση της ελευθερίας των μέσων έκφρασης της λαϊκής θέλησης.</strong> Η ποινική διαδικασία είναι δυνατόν να επέμβει τόσο στη σύνθεση της Βουλής όσο και στην έκφραση της λαϊκής θέλησης από του βήματος της Βουλής. Συνεπώς, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας πρέπει να σταθμίζει αφενός τους κινδύνους για την αυτονομία και την κυριαρχία της Βουλής και αφετέρου το <strong>ζωτικό συμφέρον του κοινού να προσάγεται ενώπιον της Δικαιοσύνης κάθε υποτιθέμενος παραβάτης του Νόμου.</strong></p>
<p>Ως κριτήρια που πρέπει να καθοδηγούν το Δικαστήριο στην άσκηση της δικαιοδοσίας του, καθορίστηκαν από τον κ. Πική τα ακόλουθα:<br />
(α) Η φύση του αδικήματος,<br />
(β) η σοβαρότητα του αδικήματος και,<br />
(γ) η μη ύπαρξη πολιτικών ελατηρίων που θα έπλητταν και θα συνέτριβαν τον θεσμό της βουλευτικής ασυλίας.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter wp-image-1804 size-large" src="https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/11/Ασυλία-Γ.-Γεωργίου-page-001-1024x177.jpg" alt="" width="1024" height="177" srcset="https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/11/Ασυλία-Γ.-Γεωργίου-page-001-1024x177.jpg 1024w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/11/Ασυλία-Γ.-Γεωργίου-page-001-300x52.jpg 300w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/11/Ασυλία-Γ.-Γεωργίου-page-001-768x133.jpg 768w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/11/Ασυλία-Γ.-Γεωργίου-page-001-400x69.jpg 400w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/11/Ασυλία-Γ.-Γεωργίου-page-001.jpg 1385w" sizes="(max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /></p>
<p>Το Δικαστήριο εξάλλου δεν μπορεί να προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε και των επιπτώσεών της στην ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση, κατέληξε ο κ. Πικής, από τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, συνάγεται ότι υπάρχει μαρτυρία που τείνει να συνδέσει τον καθ’ ου η αίτηση βουλευτή με τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων που δεν σχετίζονται με την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων.</p>
<p>Ενόψει της φύσης των αδικημάτων αυτών και των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα, <strong>η άρνηση χορήγησης της άδειας θα ήταν ανεπίτρεπτη γιατί θα έθετε τον βουλευτή έξω από τα όρια του Νόμου.</strong> Στην απόφαση του, ο κ. Πικής εισηγήθηκε τη θέσπιση από το Ανώτατο Δικαστήριο διαδικαστικών κανονισμών που να ρυθμίζουν την καταχώριση της αίτησης άρσης της ασυλίας και τη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι κανονισμοί αυτοί θα πρέπει να προνοούν ότι η αίτηση υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και πρέπει να συνοδεύεται από δήλωσή του ότι έχει εξεταστεί κάθε πτυχή της υπόθεσης και ότι η ποινική δίωξη είναι αναγκαία προς το δημόσιο συμφέρον.</p>
<p>Με την απόφασή του κ. Πική συμφώνησε και ο Δικαστής κ. Χατζηαναστασίου, που εξέφρασε τις ίδιες επιφυλάξεις σχετικά με την εγκυρότητα της αίτησης.</p>
<p>Δικηγόροι Δημοκρατίας: Λ. Λουκαΐδης, Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και Α. Παπασάββας, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση: Μ. Χριστοφίδης και Χρ. Τριανταφυλλίδης.</p>
<p><strong>Σημείωση</strong>: Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 24 Φεβρουαρίου, 1983</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/enstantane/apofasi-stathmos-gia-ta-oria-tis-voyleytikis-asylias/">&lt;span style=&#039;font-size: 18px;&#039;&gt;ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, 1983&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Απόφαση-σταθμός για τα όρια της βουλευτικής ασυλίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://dejure.com.cy/enstantane/apofasi-stathmos-gia-ta-oria-tis-voyleytikis-asylias/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το νέο (επικίνδυνο) δόγμα του Ανωτάτου</title>
		<link>https://dejure.com.cy/apofaseis/to-neo-epikindyno-dogma-toy-anotatoy/</link>
					<comments>https://dejure.com.cy/apofaseis/to-neo-epikindyno-dogma-toy-anotatoy/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Νάταλι Μιχαηλίδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 05 Nov 2020 19:43:46 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Αποφάσεις]]></category>
		<category><![CDATA[56η έδρα]]></category>
		<category><![CDATA[Ανώτατο Δικαστήριο]]></category>
		<category><![CDATA[Αχιλλέας Αιμιιανίδης]]></category>
		<category><![CDATA[Βουλή]]></category>
		<category><![CDATA[μεταρρύθμιση]]></category>
		<category><![CDATA[Σύνταγμα]]></category>
		<category><![CDATA[Χρίστος Κληρίδης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://dejure.com.cy/?p=1778</guid>

					<description><![CDATA[<p>Σε έκδηλη καταστρατήγηση της λαϊκής κυριαρχίας και ξεκάθαρη υπέρβαση της δικαιοδοσίας του προέβη το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφασή του για την 56η έδρα. Τα προβλήματα και τις προεκτάσεις σχολιάζουν Α. Αιμιλιανίδης και Χ. Κληρίδης.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/apofaseis/to-neo-epikindyno-dogma-toy-anotatoy/">Το νέο (επικίνδυνο) δόγμα του Ανωτάτου</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Σε έκδηλη καταστρατήγηση της λαϊκής κυριαρχίας και ξεκάθαρη υπέρβαση της δικαιοδοσίας του προέβη το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφασή του για την 56η έδρα. Τα προβλήματα και τις προεκτάσεις σχολιάζουν Α. Αιμιλιανίδης και Χ. Κληρίδης.</strong></p>
<p>Γράφει: Νάταλι Μιχαηλίδου</p>
<p>ΈΝΤΟΝΗ ανησυχία προκάλεσε σε νομικούς κύκλους η απόφαση του Εκλογοδικείου για την 56η έδρα, με την οποία κρίθηκαν ως… αντισυνταγματικές συνταγματικές διατάξεις. Ασκώντας οξεία κριτική έγκριτοι νομικοί κάνουν λόγο ακόμα και για «δικαστικό πραξικόπημα». Δεδομένης της προσέγγισης του Δικαστηρίου, σοβαροί προβληματισμοί εκφράζονται και για τη στάση που θα τηρήσουν τα μέλη του Ανωτάτου στις τομές που προωθούνται μέσω της επικείμενης δικαστηριακής μεταρρύθμισης.</p>
<p><strong>«Μια από τις χειρότερες</strong><br />
<strong>αποφάσεις στην ιστορία»</strong><br />
Χαρακτηρίζοντας την απόφαση ως «μία από τις χειρότερες στην ιστορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου», ο δρ Αχιλλέας Αιμιλιανίδης αναφέρει στο dejure ότι «το Δικαστήριο αμφισβητεί το πρωτείο της αναθεωρητικής νομοθετικής εξουσίας που είναι θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος και εισάγει μια ιδιαιτέρως επικίνδυνη προσέγγιση ως την εξουσία του να κηρύσσει ως αντισυνταγματικές συνταγματικές διατάξεις». Σύμφωνα με τον δρ Αιμιλιανίδη, το Δικαστήριο προβαίνει περαιτέρω «σε ερμηνεία της έννοιας της αναδρομικότητας κατά τρόπο που έρχεται σε αντίθεση με την παγιωμένη νομολογία, ενώ καταστρατηγεί την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας μέσω της αναφοράς στην αναπληρωματική εκλογή ως θεμέλιο της λαϊκής κυριαρχίας, διαδικασία που έχει καταργηθεί εδώ και δεκαετίες με την καθιέρωση του αναλογικού συστήματος, επιλογή που είχε κριθεί ως συνταγματική στην Κουλουντή». Προσθέτει δε, ότι με την εν λόγω απόφαση το Ανώτατο «παραγνωρίζει την προηγούμενη νομολογία του χωρίς αιτιολόγηση».</p>
<p><strong>Απόφαση μέσω… Ινδίας</strong><br />
Στην απόφαση 1/2019 γίνεται αναφορά στη θεωρία περί «unconstitutional constitutional amendmends», βάσει της οποίας κρίθηκε τελικά και η τύχη της εκλογικής αίτησης. Στο αιτιολογικό μέρος, το Δικαστήριο σημειώνει ότι «το δικαίωμα του συνταγματικού νομοθέτη να τροποποιεί πρόνοια του Συντάγματος ως έκφραση της αντιπροσωπευτικής του λαού ιδιότητας της Βουλής, περιορίζεται από το δεδομένο ότι δεν μπορεί να επεμβαίνει σε θεμελιώδεις δομές του Συντάγματος». Παραπέμποντας σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας, προσθέτει ότι «στην ουσία αυτό σημαίνει ότι παρά το γεγονός ότι ένα Κοινοβούλιο έχει τη δυνατότητα να τροποποιεί ακόμη και συνταγματικές πρόνοιες που επηρεάζουν ουσιώδη δικαιώματα, δεν μπορεί να θεσπίσει τροποποιήσεις που εκθεμελιώνουν τη βασική δομή του Συντάγματος ή τις αρχές επί των οποίων στηρίζεται».</p>
<blockquote><p>Α. Αιμιλιανίδης: Το Δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία που του ανατέθηκε δυνάμει του Συντάγματος. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν κείνται υπεράνω των νόμων.</p></blockquote>
<p>Παρότι αποδέχεται ότι πρόκειται για απόφαση που «δέχθηκε δριμεία κριτική και δεν ακολουθήθηκε πάντοτε, θεωρούμενη ως προϊόν δικαστικού ακτιβισμού», το Δικαστήριο παραθέτει παραδείγματα όπου έτυχε εφαρμογής «λόγω του φαινομένου που παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες συνταγματικές τροποποιήσεις να χρησιμοποιούνται με τρόπους που αποτελούν απειλή για τη Δημοκρατία, υποσκάπτοντας εκ των έσω την ουσία της Δημοκρατίας». Γι’ αυτό, συνεχίζει η απόφαση, «τα Δικαστήρια επεμβαίνουν, όπου είναι αναγκαίο, όχι υπό μορφή έκφρασης ‘κράτους Δικαστών’, αλλά ως προσπάθεια ελέγχου τέτοιων φαινομένων, δημιουργώντας τη θεωρία περί ‘uncostitutional constitutional amendments’».</p>
<p><strong>Προς «σύγκρουση θεσμών»</strong><br />
Ερωτηθείς κατά πόσον η 12η τροποποίηση του Συντάγματος, με την οποία επιχειρήθηκε από τη Βουλή ρύθμιση του θέματος της 56ης έδρας εμπίπτει σε αυτό το πλαίσιο, ο δρ Αιμιλιανίδης διατυπώνει αποκρυσταλλωμένη άποψη. «Δεν θεωρώ πως ήταν αντισυνταγματική συνταγματική τροποποίηση, εφόσον μάλιστα σκοπός της δεν ήταν η κατάργηση ή υποβάθμιση του κράτους δικαίου, αλλά η συμμόρφωση με τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου και το συνταγματικό κενό που οι ίδιες οι αποφάσεις είχαν προκαλέσει», εξηγεί. Αναλύοντας περαιτέρω το ζήτημα υποδεικνύει ότι «οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν είχαν επιλύσει το μέλλον της βουλευτικής έδρας, εφόσον αντιθέτως εκείνο που καθόρισαν είναι να μην υπάρχει οποιαδήποτε δυνατή λύση για την εκλογή προσώπου στην 56η έδρα» και υπογραμμίζει ότι «ούτε και με τη νέα απόφαση επιλύεται οποιοδήποτε πρόβλημα».</p>
<p>Καταλήγοντας ότι, η εκλογή του Γιώργου Παπαδόπουλου ως βουλευτή είναι άκυρη ως προϊόν αντισυνταγματικής και παρανόμου ρύθμισης γενομένης υπό τις πρόνοιες της Δωδέκατης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 2019 και του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικού) Νόμου αρ. 131(Ι)/2019, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ουσιαστικά όπως η έδρα παραμείνει κενή έως τη λήξη της θητείας της παρούσας Βουλής. Η υιοθέτηση της εν λόγω θεωρίας χαρακτηρίστηκε από τον πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Χρίστο Κληρίδη, ως «ένα νέο δόγμα που για πρώτη φορά χαράσσεται από το Ανώτατο Δικαστήριο και θα δημιουργήσει πάμπολλα προβλήματα, που δεν αποκλείεται να οδηγήσουν και σε σύγκρουση θεσμών».</p>
<p><strong>«Ερμηνεύουν τους νόμους,</strong><br />
<strong>δεν είναι υπεράνω…»</strong><br />
Πέραν του… περιορισμού των βουλευτών σε 55, η φιλοσοφία της απόφασης εγγίζει και θεμελιώδη χαρακτηριστικά του κράτους Δικαίου, καθότι τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. «Θεωρώ πως το Δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία που του ανατέθηκε δυνάμει του Συντάγματος», τονίζει ο δρ Αιμιλιανίδης. «Οι αποφάσεις των δικαστηρίων ερμηνεύουν τους νόμους. Δεν κείνται υπεράνω των νόμων. Πολύ περισσότερο δεν βρίσκονται υπεράνω του Συντάγματος. Δεν θεωρώ εύλογο το Ανώτατο Δικαστήριο να διεκδικεί υπεροχή έναντι της νομοθετικής εξουσίας όταν αυτή έχει τροποποιήσει τον υπέρτατο νόμο του κράτους, δηλαδή το Σύνταγμα, σε μια περίπτωση μάλιστα στην οποία το έπραξε για να συμμορφωθεί προς τις προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου», συμπληρώνει.</p>
<p>Στην απόφαση του Ανωτάτου σημειώνεται μεταξύ άλλων ότι, η Βουλή των Αντιπροσώπων επέλεξε ανεπίτρεπτα να επιλύσει το πρόβλημα με τον τρόπο αυτό, ήτοι με την τροποποίηση του Συντάγματος, «παρά τις προς το αντίθετο τελεσίδικες κρίσεις του Ανώτατου Δικαστικού Σώματος». Δεν υπάρχει γενικά πρόβλημα στην απαίτηση να συμμορφωθεί η Βουλή με τη νομολογία, υποστηρίζει ο έγκριτος νομικός, αλλά προσθέτει ότι «το πρόβλημα εδώ είναι πως η αναθεωρητική Βουλή και κατ’ επέκταση το Σύνταγμα που είναι στην κορυφή των κανόνων δικαίου τίθεται σε υποδεέστερη θέση από τη νομολογία που είναι στη βάση. Υπογραμμίζει δε τα εξής: «Η νομολογία δεν υπερισχύει του νόμου, ούτε προφανώς του Συντάγματος. Η δικαστική εξουσία είναι αναπόσπαστο συστατικό μιας συντεταγμένης πολιτείας. Αλλά δεν είναι βέβαια η μόνη και έχει και στη δική της δικαιοδοσία όρια που καθορίζονται από το Σύνταγμα και τα οποία οφείλει να σέβεται, όπως και οι υπόλοιποι οφείλουν να σέβονται τις δικές της δικαιοδοσίες».</p>
<p><strong>«Εισάγεται μια νέα,</strong><br />
<strong>αρκετά επικίνδυνη, πρακτική»</strong><br />
Η απόφαση διεμβολίζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, σημειώνει ο δρ Κληρίδης και εξηγεί ότι «επεμβαίνει, ουσιαστικά, στην αρμοδιότητα της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία ασκώντας τη νομοθετική εργασία της με βάση το άρθρο 61 του Συντάγματος, νομοθετεί επί παντί θέματι, συμπεριλαμβανομένης και της τροποποίησης μη θεμελιωδών άρθρων χωρίς οποιουσδήποτε περιορισμούς». Προς επίρρωσιν τούτου, παραπέμπει και στο άρθρο 186 του Συντάγματος, βάσει του οποίου «είναι επιτρεπτή η τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων με αυξημένες ξεχωριστές κοινοτικές πλειοψηφίες». Με δεδομένη την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων, εξηγεί ο πρόεδρος των δικηγόρων, «η κυπριακή Βουλή από το 1989 και έπειτα προχώρησε με αριθμό τροποποιήσεων του Συντάγματος στη βάση ότι μπορεί με το δίκαιο της ανάγκης να τροποποιήσει με την αυξημένη πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων βουλευτών μόνο». Αυτό, συνεχίζει, έγινε δεκτό από το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ «προσπάθειες που είχαν γίνει στο παρελθόν να κηρυχθεί η τροποποίηση του Συντάγματος αντισυνταγματική απέτυχαν».</p>
<p>Πουθενά στο Σύνταγμα, υπογραμμίζει, δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε περιορισμός για την τροποποίησή του, πέραν από τις αυξημένες πλειοψηφίες. «Το άρθρο 186 προνοεί απλώς για την τροποποίηση χωρίς προϋποθέσεις, διαδικασίες, όρους ή ουσιαστικούς περιορισμούς», αναφέρει και υποδεικνύει ότι «η απόφαση για την 56η έδρα επιχειρεί και θέτει στη νομοθετική εξουσία όρους και προϋποθέσεις για την τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος».</p>
<p>Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για δόγμα που ουδεμία σχέση έχει με τη φιλοσοφία της τροποποίησης του Συντάγματος, το οποίο για πρώτη φορά εισάγεται δικαστικώς. «Ποτέ προηγουμένως, σε οποιαδήποτε απόφαση δεν διατυπώθηκε τέτοιου είδους θεωρία», λέει ο δρ Κληρίδης. Επιπρόσθετα, σημειώνει ότι «είναι μία νέα πρακτική, αρκετά επικίνδυνη, και είναι γι’ αυτό που προβλέπω ότι ενδεχομένως να φέρει το Ανώτατο Δικαστήριο σε σύγκρουση με την εκτελεστική εξουσία που εισάγει τα νομοσχέδια, αλλά και με τη νομοθετική εξουσία η οποία τα εγκρίνει -δημιουργείται, δηλαδή, ένα προηγούμενο το οποίο δεν ξέρω πού θα μας οδηγήσει».</p>
<p><strong>Στον αέρα η μεταρρύθμιση;</strong><br />
Κληθείς να σχολιάσει κατά πόσον η απόφανση του Ανωτάτου αποτελεί και… προμήνυμα για την στάση που θα τηρήσει σε σχέση με τη δικαστηριακή μεταρρύθμιση, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου διαβλέπει προβλήματα και φραγμούς. Υπενθυμίζει αρχικά ότι, με την απόφαση Ιμπραήμ κρίθηκε το 1964 ότι θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος τα οποία αφορούν τη λειτουργία θεσμών (για παράδειγμα, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο, τα οποία θα κατέρρεαν λόγω της αποχώρησης των Τουρκοκυπρίων) μπορούσαν να τροποποιηθούν με βάση το Δίκαιο της ανάγκης, ούτως ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει ομαλά το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ειδικότερα αναφέρει ότι «οι τροποποιήσεις οι οποίες έγιναν δεν ήταν τροποποιήσεις αυτού καθαυτού του Συντάγματος -εισήχθησαν με νομοθεσία, που κρίθηκε δικαιολογημένη με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης, νέα θεσμικά όργανα τα οποία υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν αντισυνταγματικά και δεν θα μπορούσαν να εισαχθούν γιατί θα έπρεπε να γίνει τροποποίηση θεμελιωδών άρθρων».</p>
<p>Όπως εξηγεί, η ως άνω υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων διαφοροποιείται μετά την απόφαση για την 56η έδρα. Η εν λόγω απόφαση, σύμφωνα με τον ίδιο, «προφανώς θέτει και περιορισμούς εις την εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης και στην τροποποίηση θεμελιωδών άρθρων ουσιαστικά του Συντάγματος, γιατί εντάσσεται μέσα στη φιλοσοφία ότι και η τροποποίηση αυτή, των θεμελιωδών άρθρων δια του Δικαίου της ανάγκης, πρέπει να μην συγκρούεται με τη φιλοσοφία του ιδίου του Συντάγματος όπως θα την κρίνει ότι είναι το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου». Κατ’ επέκταση προβλέπει ότι θα υπάρξουν προβλήματα και με την μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης. «Είναι σαν να λέει το Ανώτατο Δικαστήριο ότι επιφυλάσσει το δικαίωμα, αν κρίνει ότι οποιοδήποτε στοιχείο της μεταρρύθμισης δεν συνάδει με τη φιλοσοφία του Συντάγματος, να μην επιτρέψει τη μεταρρύθμιση που συνεπάγεται τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος, δηλαδή της βασικής νομοθεσίας του 1964 Περί Απονομής της Δικαιοσύνης Ποικίλαι Διατάξεις Νόμο, ο οποίος εγκαθίδρυσε το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο δικαιολογήθηκε βεβαίως με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης».</p>
<blockquote><p>Χ. Κληρίδης: Πρόκειται για δόγμα που ουδεμία σχέση έχει με τη φιλοσοφία της τροποποίησης του Συντάγματος, το οποίο για πρώτη φορά εισάγεται δικαστικώς</p></blockquote>
<p>Στις τροποποιήσεις που ενδέχεται να… κινδυνεύουν εάν προσεγγιστούν υπό αυτό το πρίσμα περιλαμβάνεται τόσο η εισαγωγή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου τριτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και η εισαγωγή του Εφετείου που δεν προνοείται στο Σύνταγμα, οι τροποποιήσεις στο νέο Δικαστικό Συμβούλιο και η εισαγωγή του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. «Μπαίνουν, ουσιαστικά, φραγμοί όχι μόνο σε θέματα που αφορούν τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος, αλλά και σε θέματα που αφορούν προσαρμογή θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος στη βάση του Δικαίου της ανάγκης», σημειώνει ο δρ Κληρίδης.</p>
<p><strong>Δυνατότητα αναθεώρησης</strong><br />
<strong>από Ανώτατο Συνταγματικό</strong><br />
Πρόκειται για απόφαση που δύναται να ανατραπεί; «Είναι απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας, οπότε όχι», απαντά ο δρ Αιμιλιανίδης, εκφράζοντας παράλληλα την ελπίδα «αν στο μέλλον ανακύψει παρόμοιο ζήτημα μια άλλη σύνθεση να αντιμετωπίσει τα πράγματα διαφορετικά». Επί τούτου, ο δρ Κληρίδης θεωρεί ότι το σκεπτικό που ανέπτυξε το Ανώτατο δεν αποτελεί ratio decidendi και μπορεί να θεωρηθεί ως obiter και μόνον. Ως εκ τούτου, «δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο διότι δεν χρειαζόταν να αποφασιστεί η 56η έδρα στη βάση όλης αυτής της θεώρησης του Συντάγματος». Επιπλέον, «με βάση την απόφαση Μαυρογένης, το ίδιο το Ανώτατο, πλέον θα μιλούμε για Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, έχει το δικαίωμα αν κρίνει ότι είναι απαραίτητο, να αναθεωρήσει και να αποδεσμευτεί από αυτήν την απόφαση», καταλήγει ο δρ Κληρίδης.</p>
<p><strong>Κριτική ναι, όχι σύγκρουση</strong><br />
Τέθηκαν, πάντως, από νομικούς κύκλους και εισηγήσεις για εισαγωγή μηχανισμού παύσης των Δικαστών. Ο δρ Αιμιλιανίδης, που σε πρόσφατο άρθρο του υποστήριξε ότι «η νομολογία για αντισυνταγματικότητα συνταγματικών διατάξεων ανοίγει επικίνδυνες θύρες τόσο για την επικείμενη δικαστηριακή μεταρρύθμιση, όσο και για την λειτουργία της Πολιτείας» (<a href="https://dikaiosyni.com/katigories/arthra/iapofasi-gia-tin-56i-edra/?fbclid=IwAR3_IqrfUjAlsbc0GmHZ-S_6MVP25ZpzHTTmQNoSXJmCDM-O1o26OR1ZB9Y" target="_blank" rel="noopener noreferrer">Α. Αιμιλιανίδης, Η απόφαση για την 56 έδρα</a>) δηλώνει αντίθετος με τέτοιες εισηγήσεις ως συγκρουσιακές λογικές. «Η κριτική αποφάσεων πρέπει να είναι σκληρή όταν χρειάζεται, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός είτε η κριτική, είτε η σύγκρουση» λέει και προσθέτει ότι «η δικαστική εξουσία πρέπει να λειτουργεί ανεξάρτητα και τολμηρά κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας της και είναι κατά την γνώμη μου λάθος να επιχειρηθεί η φίμωσή της, ακόμα και όταν αυτή κάνει σοβαρά λάθη». Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με βεβιασμένες κινήσεις, συνεχίζει και υπομνύει ότι «τα συνταγματικά όργανα πρέπει να είναι συνεργάτες ώστε να έχουμε μια συντεταγμένη πολιτεία που λειτουργεί ομαλά». Καταλήγοντας, αναφέρει ότι «η νομοθετική εξουσία θα πρέπει επομένως να αντιδράσει με τον δέοντα τρόπο: δηλαδή με την άσκηση των εξουσιών της εντός των ορίων του Συντάγματος και των νόμων και με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών». Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση (Εκλογική Αίτηση Αρ. 1/2019) δεν ήταν ομόφωνη. Διϊστάμενη απόφαση έδωσε ο Δικαστής Λ. Παρπαρίνος.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/apofaseis/to-neo-epikindyno-dogma-toy-anotatoy/">Το νέο (επικίνδυνο) δόγμα του Ανωτάτου</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://dejure.com.cy/apofaseis/to-neo-epikindyno-dogma-toy-anotatoy/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Γραμμή υπεράσπισης στον Οδυσσέα – Εκτροπή Σαββίδη, ενστάσεις για Νικολάτο</title>
		<link>https://dejure.com.cy/nomothetika/grammi-yperaspisis-ston-odyssea-ektropi-savvidi-enstaseis/</link>
					<comments>https://dejure.com.cy/nomothetika/grammi-yperaspisis-ston-odyssea-ektropi-savvidi-enstaseis/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Νάταλι Μιχαηλίδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 27 Oct 2020 16:00:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοθετικά]]></category>
		<category><![CDATA[Γιώργος Σαββίδης]]></category>
		<category><![CDATA[διαβατήρια]]></category>
		<category><![CDATA[Ερευνητική Επιτροπή]]></category>
		<category><![CDATA[Οδυσσέας Μιχαηλίδης]]></category>
		<category><![CDATA[Σύνταγμα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://dejure.com.cy/?p=1749</guid>

					<description><![CDATA[<p>Τέσσερις έγκριτοι νομικοί τεκμηριώνουν τη «θεσμική εκτροπή» του Γενικού Εισαγγελέα και τη βλάβη που προκαλεί στο δημόσιο συμφέρον η σύγκρουση με τον ανεξάρτητο θεσμό του Γενικού Ελεγκτή.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/nomothetika/grammi-yperaspisis-ston-odyssea-ektropi-savvidi-enstaseis/">Γραμμή υπεράσπισης στον Οδυσσέα – Εκτροπή Σαββίδη, ενστάσεις για Νικολάτο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Τέσσερις έγκριτοι νομικοί τεκμηριώνουν τη «θεσμική εκτροπή» του Γενικού Εισαγγελέα και τη βλάβη που προκαλεί στο δημόσιο συμφέρον η σύγκρουση με τον ανεξάρτητο θεσμό του Γενικού Ελεγκτή. Αγγελίδης, Βραχίμης, Πουργουρίδης και Ανδρέου καταρρίπτουν τα επιχειρήματα κυβέρνησης και Γενικού, θέτοντας παράλληλα ερωτήματα για την Ερευνητική Νικολάτου.</strong></p>
<p>Γράφει: Νάταλι Μιχαηλίδου</p>
<p>Είναι ο Γενικός Εισαγγελέας «ο θεματοφύλακας του Συντάγματος»; Υπάρχει ιεράρχηση μεταξύ των ανεξάρτητων θεσμών; Εμπίπτει ή όχι στις αρμοδιότητες του Γενικού Ελεγκτή η διενέργεια ελέγχου για το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα; Τίθεται ζήτημα εκτροπής και από ποιον; Ο διορισμός Ερευνητικής Επιτροπής αποκλείει αυτόματα τη διενέργεια ελέγχου από τον Οδυσσέα; Πάσχει νομικά η σύνθεσή τηε; Απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα που ανέκυψαν μέσα από την δημόσια εκτυλισσόμενη διαμάχη μεταξύ των δύο αξιωματούχων δίδουν οι Ανδρέας Αγγελίδης, Λάρης Βραχίμης, Ευάγγελος Πουργουρίδης και Θεοφάνης Ανδρέου.</p>
<p>Πρόκειται για μία σύγκρουση που «σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον», τονίζει ο κ. Αγγελίδης, υπογραμμίζοντας ότι η παρεμπόδιση του Γενικού Ελεγκτή «μοιάζει με συγκαλυμμένη προσπάθεια να μην φτάσει στην τομή που χρειάζεται». Για σοβαρή θεσμική εκτροπή κάνει λόγο ο κ. Βραχίμης, υπογραμμίζοντας ότι «πουθενά το Σύνταγμα δεν δίνει το δικαίωμα στον Γενικό Εισαγγελέα να καλεί οποιοδήποτε σε τάξη μετατρέποντας τον εαυτό του και σε κατήγορο και σε δικαστή». Εάν το ζήτημα δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Γενικού Ελεγκτή, τότε γιατί διορίστηκε ο Βοηθός του, διερωτάται ο κ. Πουργουρίδης. Εστιάζει, περαιτέρω, στο ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου, καλώντας μάλιστα τον Μύρωνα Νικολάτο «να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο να παραιτηθεί από την Επιτροπή». Βάσει Συντάγματος, ο Γενικός Ελεγκτής «έχει αυτονόητα όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να ελέγξει όλες τις υποθέσεις έκδοσης διαβατηρίων» σημειώνει ο κ. Ανδρέου, διατυπώνοντας παράλληλα τη θέση ότι η ανακοίνωση του Γενικού Εισαγγελέα «μπορεί να εκληφθεί ως υπονόμευση του ίδιου Συντάγματος και παραβίαση του Κράτους Δικαίου».  Ακολουθούν αυτούσιες οι «γνωματεύσεις» των τεσσάρων νομικών στο dejure.</p>
<p><strong>Α. Αγγελίδης: Δεν εξυπηρετεί</strong><br />
<strong>το δημόσιο συμφέρον</strong><br />
Οποιαδήποτε εξουσία παραχωρείται από το Σύνταγμα, παραχωρείται προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Οι συγκρούσεις μεταξύ ανεξαρτήτων οργάνων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και είναι λυπηρό να γίνεται αναφορά για εργολαβική προσπάθεια εκτροπής προς έναν εκ των ανεξαρτήτων αξιωματούχων του Κράτους. Διατυπώθηκαν μάλιστα εντονότατοι χαρακτηρισμοί, όπως η αναφορά του Γενικού Εισαγγελέα στις 37 φορές που θεώρησε ότι ο Γενικός Ελεγκτής προέβη σε δημόσιες δηλώσεις στις οποίες δεν θα έπρεπε να έχει προβεί. Θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, <strong>να αφεθούν τα δύο αυτά όργανα μακριά από κομματική ή άλλη αντιπαράθεση,</strong> γιατί η οποιαδήποτε περαιτέρω αντιπαράθεση και ιδιαίτερα στο κομματικό επίπεδο, δεν θα εξυπηρετήσει καθόλου το δημόσιο συμφέρον.</p>
<p>Το Σύνταγμα προβλέπει διαδικασίες με τις οποίες είναι δυνατόν να επιλυθούν τέτοιες συγκρούσεις των αρμοδιοτήτων οργάνων (Άρθρο 139). <strong>Δεν υπάρχει όμως ιεράρχηση μεταξύ των ανεξαρτήτων οργάνων.</strong> Το κάθε ανεξάρτητο όργανο, όπως είναι ο Γενικός Εισαγγελέας ή όπως είναι ο Γενικός Ελεγκτής, παραμένουν υπόχρεοι, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, να εκπληρώνουν τα καθήκοντα που το Σύνταγμα τους αναθέτει. Η οποιαδήποτε ανθρώπινη ή άλλη έννοια σύγκρουσης μπορεί να οδηγήσει μόνο σε βλάβη για το δημόσιο συμφέρον. Εδώ θα πρέπει κανείς να αναφέρει ότι <strong>είναι δύσκολο ο ίδιος Γενικός Εισαγγελέας να μετατραπεί σε διάδικο σ</strong>ε περίπτωση που θα θεωρήσει ότι όντως υπάρχει σύγκρουση αρμοδιοτήτων με τον Γενικό Ελεγκτή. Η ιδέα να συναντηθούν οι δύο και να υπάρξει μια κατανόηση μεταξύ τους, είναι μια πρακτική αντιμετώπιση, πλην όμως έπρεπε να είχε γίνει προ πολλών ημερών ώστε να μην είχε υπάρξει αυτή η δημόσια αντιπαράθεση, που και αυτή συμβάλλει στη μείωση της αξιοπρέπειας και της κρατικής υπόστασής μας, τόσο στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και έναντι του Κύπριου πολίτη.</p>
<p>Όσον αφορά τη διενέργεια ελέγχου εκ μέρους της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, εφόσον ξεκίνησε και ήδη διαπίστωσε κάποιες καταστάσεις που δεν ήταν νόμιμες σε κάποιο αριθμό φακέλων, αυτή η εξουσία του που ξεκίνησε και ορθά ασκήθηκε, δεν θα έπρεπε να παρεμποδιστεί. Διότι <strong>η παρεμπόδιση μοιάζει με συγκαλυμμένη προσπάθεια</strong> να μην αφεθεί να φτάσει στην τομή που χρειάζεται. Από την άλλη, θεωρώ ότι είναι αχρείαστη η δαπάνη με την οποία θα επιβαρυνθεί ο πολίτης με την εργοδότηση 40 λειτουργών για να βοηθήσουν την Ερευνητική Επιτροπή. Σημειώνω ότι στην εν λόγω Επιτροπή<strong> εσφαλμένα διορίστηκε ως μέλος ανεξάρτητος αξιωματούχος, όπως είναι ο Βοηθός Γενικός Ελεγκτής.</strong> Ο ανεξάρτητος αξιωματούχος παραμένει ανεξάρτητος και δεν υπάγεται, με την απόφαση του οποιουδήποτε, σε διαδικασία να είναι μέλος συλλογικού οργάνου.</p>
<p><strong>Ε. Πουργουρίδης: Πρωτάκουστη</strong><br />
<strong>η «μερική» εξαίρεση Νικολάτου</strong><br />
Λανθασμένα ο Γενικός Εισαγγελέας δηλώνει «θεματοφύλακας του Συντάγματος». Θεματοφύλακες του Συντάγματος είναι και η κυβέρνηση και η Βουλή και όλοι οι ανεξάρτητοι αξιωματούχοι του κράτους. Και τα ΜΜΕ είναι θεματοφύλακας του Συντάγματος. Η Δικαιοσύνη δηλαδή τι είναι; Τα Δικαστήρια τι είναι; Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας την ώρα που ορκίζεται πίστη εις το Σύνταγμα για να αναλάβει τα καθήκοντά του τι είναι; Ο Γενικός Εισαγγελέας ως ανεξάρτητος θεσμός δεν υπερέχει του ανεξάρτητου θεσμού του Γενικού Ελεγκτή. Ως εκ τούτου, <strong>στην έκταση που η ανακοίνωση μπορεί να ερμηνευθεί ως τέτοια, είναι έκδηλα λανθασμένη.</strong> Η ουσία, όμως, του ζητήματος έγκειται αλλού.</p>
<p>Στον Περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμο (Κεφ. 44), αναφέρεται ρητά ότι σε περίπτωση που διαφανεί εμπλοκή του Υπουργικού Συμβουλίου στα προς διερεύνηση ζητήματα, τότε η εξουσία διορισμού Επιτροπής περνά στα χέρια του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος και θεσμικά, πρέπει να είναι εντελώς ανεξάρτητος από το Υπουργικό. Άρα, στην προκειμένη περίπτωση που ο διορισμός έγινε από τον Γενικό Εισαγγελέα, υπάρχει μια εκ των προτέρων παραδοχή του Υπουργικού Συμβουλίου, ότι το ίδιο εμπλέκεται στο θέμα που διερευνάται. Στη θέση του Γενικού Εισαγγελέα, όμως, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επέλεξε τυχαία ή μη, να διορίσει έναν υπουργό της κυβέρνησής του. Εφόσον, λοιπόν, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κ. Σαββίδης ήταν υπουργός, είναι και ο ίδιος ελεγχόμενος. Με ποιο τρόπο είναι ανεξάρτητος για να διορίσει ερευνητική επιτροπή; <strong>Πρόκειται για συνταγματικό ολίσθημα και νομική παραβίαση. </strong></p>
<p>Κατά δεύτερο, ο κ. Σαββίδης επέλεξε να διορίσει ως πρόεδρο της Επιτροπής τον «έκπτωτο» στα μάτια της κοινής γνώμης Μύρωνα Νικολάτο, με τον οποίο τον «συνδέει μια φιλία 30 και πλέον ετών» (σσ. αυτούσια αναφορά από ομιλία του τέως υπουργού Δικαιοσύνης κ. Γιώργου Σαββίδη στην τελετή αφυπηρέτησης του του τέως Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Μύρωνα Νικολάτου στις 17 Ιουνίου, 2020). <strong>Καλείται, δηλαδή, ο κ. Νικολάτος να ελέγξει τον φίλο του κ. κ. Σαββίδη,</strong> ο οποίος ήταν υπουργός και ελέγχεται. Σήμερα άκουσα ότι ο κ. Νικολάτος θα εξαιρεθεί από την εξέταση των υποθέσεων που αφορούν στους εργοδότες της κόρης του. Πρώτη φορά ακούω τέτοιο πράγμα, δηλαδή «μερική» εξαίρεση. Κατά την γνώμη μου ο Μ. Νικολάτος δεν έπρεπε να αποδεχθεί τον διορισμό και τον καλώ να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο να παραιτηθεί από την Επιτροπή. Ο κ. Σαββίδης διόρισε επίσης στην Επιτροπή, τον Βοηθό Γενικού Ελεγκτή, Κυριάκο Κυριάκου και τον διόρισε γιατί προφανώς ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η έρευνα που θα γίνει θα σχετίζεται και με οικονομικές παραμέτρους. Το παράδοξο, βέβαια, είναι ότι την ίδια ώρα επιχειρείται αποκλεισμός του Οδυσσέα Μιχαηλίδη που ζητά να κάνει οικονομικό έλεγχο για τους 18 επενδυτές που σχετίζονται με το καζίνο και εκ μέρους του οποίου δεν υπήρξε κατά τη γνώμη μου καμία εκτροπή. <strong>Αν δεν ήταν αρμοδιότητά του, τότε γιατί διορίστηκε ο Βοηθός του στην Επιτροπή;</strong> Εμένα προσωπικά η όλη κατάσταση μου θυμίζει κουκλοθέατρο.</p>
<p><strong>Λ. Βραχίμης: Θλιβερή προσπάθεια</strong><br />
<strong>αποκλεισμού του Γ. Ελεγκτή</strong><br />
Τόσο το ύφος όσο και το περιεχόμενο της ανακοίνωσης του Γενικού Εισαγγελέα ήταν απαράδεκτο και αποτελεί σοβαρή θεσμική εκτροπή. Πουθενά το Σύνταγμα δεν δίνει το δικαίωμα στον Γενικό Εισαγγελέα να καλεί οποιοδήποτε σε τάξη μετατρέποντας τον εαυτό του και σε κατήγορο και σε δικαστή.</p>
<p>Οι εξηγήσεις που έδωσε ο Γενικός Εισαγγελέας για την ανακοίνωσή του στη δημοσιογραφική διάσκεψη που ακολούθησε, ήταν ατυχείς. Τα καθήκοντα του Γενικού Ελεγκτή καθορίζονται από το Σύνταγμα και <strong>ο Γενικός Ελεγκτής έχει όχι μόνο δικαίωμα, αλλά θεσμική υποχρέωση να τα ασκήσει.</strong> Η Ερευνητική Επιτροπή την οποία ο ίδιος διόρισε, διέπεται από νόμο και σε καμιά περίπτωση δεν ακυρώνει ή παραμερίζει τις υποχρεώσεις ελέγχου που επιβάλλει στον Γενικό Ελεγκτή το Σύνταγμα.</p>
<p><strong>Το επιχείρημα ότι η Ερευνητική Επιτροπή που διορίστηκε με βάση το Κεφ.44 είναι οιωνεί δικαστική διαδικασία αποκλείει τον έλεγχο που καθηκόντως ασκεί ο Γενικός Ελεγκτής είναι επίσης αβάσιμος.</strong> Όπως ξεκαθάρισε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση <a href="http://cylaw.org/cgi-bin/open.pl?file=apofaseis/aad/meros_1/2006/rep/2006_1_1212.htm&amp;qstring=%EA%E5%F6%20w%2F2%2044" target="_blank" rel="noopener noreferrer">A Jet Aviation Ltd (πρώην Helios Airways Ltd) (Αρ. 2) (2006) 1 ΑΑΔ 1212,</a> οι ερευνητικές αυτές επιτροπές δεν καθορίζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις οποιουδήποτε σε οποιαδήποτε σφαίρα του δικαίου για να θεωρείται ότι το έργο τους έχει οιωνεί δικαστικό χαρακτήρα. Εξ ου και ο τρόπος άσκησης των αρμοδιοτήτων τους δεν εμπίπτει στην εμβέλεια του ελέγχου από το Ανώτατο Δικαστήριο μέσω των προνομιακών ενταλμάτων.</p>
<p>Δεν υπάρχει τίποτε που να εμποδίζει την Ερευνητική Επιτροπή να εκτελέσει τα δικά της καθήκοντα και τον Γενικό Ελεγκτή να συμμορφωθεί με τις δικές του υποχρεώσεις. Οι τελευταίες ενέργειες του Γενικού Εισαγγελέα δεν ήταν τίποτε άλλο από μια θλιβερή προσπάθεια να παρεμποδιστεί ο Γενικός Ελεγκτής από του να επιτελέσει το συνταγματικό του έργο. Αν κάποιος πρέπει να κληθεί σε τάξη, αυτός θα ήταν ο Γενικός Εισαγγελέας. Πρέπει να καταλάβει ο Γενικός Εισαγγελέας ότι <strong>η κοινωνία δεν είναι πλέον διατεθειμένη να ανεχτεί τέτοιες απαράδεκτες συμπεριφορές</strong> από οποιοδήποτε αξιωματούχο αλλά αναμένει από τον Γενικό Ελεγκτή να μην υποκύψει σε τέτοιες πιέσεις και εκβιασμούς.</p>
<p><strong>Φ. Ανδρέου: Πλέον αρμόδιος</strong><br />
<strong>να ελέγξει ο Οδυσσέας</strong><br />
Θεωρώ επιεικώς άστοχη την ανακοίνωση του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος οφείλει να υπηρετεί και αυτός το Σύνταγμα. Η ανακοίνωσή του <strong>μπορεί μάλιστα να εκληφθεί ως υπονόμευση του ίδιου Συντάγματος και παραβίαση του Κράτους Δικαίου</strong> (Rule of Law). Με βάση την Αρχή του Κράτους Δικαίου, όπου τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις όλων ανεξαιρέτως ελέγχονται από συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένου ασφαλώς και του Γενικού Εισαγγελέα, κανένας δεν βρίσκεται υπεράνω του Συντάγματος και των Νόμων και σίγουρα κανένας δεν μπορεί να διατείνεται ότι είναι θεματοφύλακας του Συντάγματος.</p>
<p>Το ίδιο το Σύνταγμα <strong>δεν καθιστά τον Γενικό Εισαγγελέα θεματοφύλακα ούτε κατ’ όνομα, ούτε στην πράξη.</strong> Αντίθετα, ρητά αναφέρει ότι «…είναι ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, του Υπουργικού Συμβουλίου και των υπουργών, ασκεί ετέραν εξουσίαν και εκτελεί πάσαν ετέραν υπηρεσίαν ή καθήκον καθοριζόμενον ή ανατιθέμενον εις αυτόν διά του Συντάγματος ή διά νόμου.» Δηλαδή, το ίδιο το Σύνταγμα απαιτεί ρητά από τον Γενικό Εισαγγελέα, όπως και από όλους τους αξιωματούχους της Κυπριακής Δημοκρατίας, να λειτουργεί κάτω από αυτό.</p>
<p>Το Σύνταγμα διέπει επίσης ρητά τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και παράλληλα τις εξουσίες του Γενικού Ελεγκτή οι οποίες είναι «…να ελέγχει εν ονόματι της Δημοκρατίας πάσαν πληρωμήν ή είσπραξιν και πάντα λογαριασμόν χρηματικών διαθεσίμων ή λοιπού ενεργητικού ή αναληφθεισών υπό της Δημοκρατίας ή διά λογαριασμόν αυτής υποχρεώσεων, του οποίου η διαχείρισις γίνεται υπό της Δημοκρατίας ή εν ονόματι αυτής θεωρών και ελέγχων συνάμα πάντα τοιούτον λογαριασμόν. Προς τον σκοπόν τούτον έχει το δικαίωμα της επιθεωρήσεως απάντων των σχετικών προς τοιούτους λογαριασμούς βιβλίων, αρχείων και καταστάσεων και των τόπων ένθα φυλάσσεται το περί ού ο λόγος ενεργητικόν». Ισχύει δηλαδή το ίδιο και για τον Γενικό Ελεγκτή. Το Σύνταγμα απαιτεί και από αυτόν να λειτουργεί κάτω από το Σύνταγμα και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά.</p>
<p>Περαιτέρω, εντός των καθηκόντων του Γενικού Ελεγκτή, που ρητά του αναθέτει το Σύνταγμα (Άρθρο 116, παράγραφος 4), είναι και η ετοιμασία ετήσιων εκθέσεων, οι οποίες έχουν πλήρη ανάλυση όλων των οικονομικών θεμάτων του Κράτους. Να σημειωθεί ότι <strong>η οικονομική ανάλυση και ο έλεγχος αναπόφευκτα γίνονται με βάση συγκεκριμένα νομικά και θεσμικά πλαίσια που ισχύουν στον τρόπο διαχείρισης των οικονομικών,</strong> λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη αυτονόητες αρχές, όπως αυτή της διαφάνειας. Αυτό προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία καθότι κάποιοι προσπαθούν να περιορίσουν τα καθήκοντα του Γενικού Ελεγκτή, υποστηρίζοντας ότι είναι δήθεν μόνο απλή ανάλυση αριθμών. Με βάση λοιπόν το Σύνταγμα, ο Γενικός Ελεγκτής έχει αυτονόητα όχι μόνο το δικαίωμα να ελέγξει, αλλά και την υποχρέωση να ελέγξει όλες τις υποθέσεις έκδοσης διαβατηρίων του επενδυτικού προγράμματος. Μπορεί κάποιος να αναγνώσει μία ετήσια έκθεση Γενικού Ελεγκτή για να αντιληφθεί στην πράξη πώς εκτελούνται τα καθήκοντά του.</p>
<p>Εν κατακλείδι, ο Γενικός Ελεγκτής <strong>προφανώς μπορεί να εξετάσει τις υποθέσεις των διαβατηρίων και δικαίως απαιτεί τους φακέλους από το υπουργείο Εσωτερικών</strong>. Εκτός του ότι είναι ο πλέον αρμόδιος από το ίδιο το Σύνταγμα, χαίρει και της εμπιστοσύνης των πολιτών, ικανοποιώντας κατ’ αυτό τον τρόπο και το περί δικαίου αίσθημα. Αντίθετα, η Ερευνητική Επιτροπή, που διορίστηκε από τον νυν Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος ήταν μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου κατά τον ουσιώδη χρόνο που εγκρίνονταν τα διαβατήρια, φαίνεται να πάσχει νομικά αφού προσκρούει στην αρχή που απαγορεύει την σύγκρουση συμφέροντος και/ή την σύγκρουση υποχρέωσης (Conflict of Interest and/or duties).</p>
<p>Τέλος, θα πρέπει να διερωτηθεί ο κάθε πολίτης αυτού του τόπου <strong>κατά πόσον θα ληφθεί υπόψιν στην έρευνα το γνωστό βίντεο του Al Jazeera με τις συγκεκριμένες παραδοχές και παρεμπιπτόντως, με τις επιβεβαιώσεις της γνησιότητας του περιεχομένου του</strong> που συντελέστηκαν αμέσως μετά την δημόσια προβολή του από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές που μίλησαν για αυτό.</p>
<p><a href="https://dejure.com.cy/nomothetika/treis-gnomateyseis-gia-ta-oria-lt-b-gt/" target="_blank" rel="noopener noreferrer">Διαβάστε επίσης: Τρεις γνωματεύσεις για τα όρια εξουσίας του Γενικού Ελεγκτή</a></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/nomothetika/grammi-yperaspisis-ston-odyssea-ektropi-savvidi-enstaseis/">Γραμμή υπεράσπισης στον Οδυσσέα – Εκτροπή Σαββίδη, ενστάσεις για Νικολάτο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://dejure.com.cy/nomothetika/grammi-yperaspisis-ston-odyssea-ektropi-savvidi-enstaseis/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αναγκαία η προστασία των βουλευτών από το προνόμιο της ασυλίας;</title>
		<link>https://dejure.com.cy/agoreuseis/anagkaia-i-prostasia-ton-voyleyton-apo-to-pronomio/</link>
					<comments>https://dejure.com.cy/agoreuseis/anagkaia-i-prostasia-ton-voyleyton-apo-to-pronomio/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Νάταλι Μιχαηλίδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 17 Oct 2020 13:30:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Αγορεύσεις]]></category>
		<category><![CDATA[βουλευτική ασυλία]]></category>
		<category><![CDATA[διαφάνεια]]></category>
		<category><![CDATA[Κυπριακή Δημοκρατία]]></category>
		<category><![CDATA[Σύνταγμα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://dejure.com.cy/?p=1731</guid>

					<description><![CDATA[<p>Τι εξυπηρετεί σήμερα η ασυλία σε ποινικές διώξεις βουλευτών αναφορικά με δραστηριότητές τους που δεν σχετίζονται με την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων;</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/agoreuseis/anagkaia-i-prostasia-ton-voyleyton-apo-to-pronomio/">Αναγκαία η προστασία των βουλευτών από το προνόμιο της ασυλίας;</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Τι εξυπηρετεί σήμερα η ασυλία σε ποινικές διώξεις βουλευτών αναφορικά με δραστηριότητές τους που δεν σχετίζονται με την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων;</strong></p>
<p>Γράφει: Θεοφάνης Ανδρέου, Δικηγόρος*</p>
<p>Η επικεφαλίδα του άρθρου παραπέμπει ευθέως στο καίριο ερώτημα που θα μας απασχολήσει. Για να απαντήσουμε στο ερώτημά μας, θα πρέπει να αντιληφθούμε και να αναγνωρίσουμε ιστορικά ότι ο θεσμός της βουλευτικής ασυλίας γεννήθηκε και διαμορφώθηκε σε μια άλλη εποχή. Εμφανίσθηκε στο ηπειρωτικό Δίκαιο και καθιερώθηκε, αρχικώς στο γαλλικό Σύνταγμα του 1791 και μετά τη Γαλλική Επανάσταση, που κατήργησε την απόλυτη μοναρχία γκρεμίζοντας το φεουδαρχικό σύστημα και αντικαθιστώντας το με το δημοκρατικό.</p>
<p>Στη συνέχεια εισήχθη και στα Συντάγματα των άλλων κρατών, την εποχή που αντιπροσωπευτική δημοκρατία έκανε τα πρώτα της ασταθή βήματα. Στην Ευρώπη τότε, όπως είναι γνωστό, επιβίωναν ακόμα πολλά και ισχυρά κατάλοιπα του παλαιού καθεστώτος, τα οποία επιδίωκαν καθημερινώς να υπονομεύσουν τη νεαρή αστική δημοκρατία. Τα κοινοβούλια, εκπροσωπώντας πια όλες τις κοινωνικές τάξεις, αποτελούσαν τον κύριο αντίπαλο αυτών των δυνάμεων. Έπρεπε, επομένως, να θωρακιστεί θεσμικά το ίδιο το Σώμα των κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων και των μελών του κατά των επιβουλών αυτής της προέλευσης. Η αυτονομία και το σύστημα των ασυλιών των μελών του ήταν οι βασικότεροι θεσμοί αυτής της θωράκισης. Όσον αφορά, ειδικότερα, τις βουλευτικές ασυλίες, είναι φανερό ότι η έκταση και η φύση τους συνδέονταν με το κλίμα εκείνο των κινδύνων επιβουλής της ομαλής λειτουργίας της Βουλής.</p>
<p>Το ίδιο το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα το άρθρο 83(1) του Συντάγματος προβλέπει ρητά ότι οι βουλευτές δεν υπόκεινται σε ποινική δίωξη και δεν ευθύνονται αστικά ένεκα οποιασδήποτε γνώμης που εκφράζουν ή ψήφου που δίδουν στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Αυτή η πρόνοια παραπέμπει ξεκάθαρα σε ασυλία των βουλευτών σχετικά με τη δραστηριότητά τους κατά την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων στη Βουλή.</p>
<blockquote><p>Αποκλείεται όχι μόνο η σύλληψη και η φυλάκιση, αλλά και κάθε ανακριτική πράξη, όπως η απαγγελία κατηγορίας ή η κλήση προς απολογία.</p></blockquote>
<p>Συνεπώς, είναι φανερό ότι ο σκοπός της πρόνοιας αυτής είναι η προστασία του προσώπου του βουλευτή από κάθε μορφή, άμεση ή έμμεση, ποινικής ή αστικής δίωξής του που θα μπορούσε να περιορίσει την ελευθερίας έκφρασής του. Στην ουσία, εξασφαλίζει στον βουλευτή την απρόσκοπτη άσκηση των καθηκόντων του, την καλύτερη εκπλήρωση του λειτουργήματός του και την πλήρη ελευθερία του λόγου του, η οποία πρέπει να είναι αδέσμευτη από εκτός Βουλή επιρροές.</p>
<p>Το άρθρο 83(2) του Συντάγματος προβλέπει περαιτέρω ότι οι βουλευτές δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε δίωξη, σύλληψη ή φυλάκιση κατά τον χρόνο που είναι βουλευτές, εκτός εάν δοθεί άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο. Συνεπώς, από τη γενικότητα με την οποία είναι διατυπωμένη η διάταξη προβλέπεται, επιπρόσθετα από το άρθρο 83(1), μια περαιτέρω ειδική προστασία των βουλευτών που αφορά γενικότερα ποινικές διώξεις που θα ήταν δυνατόν να ασκηθούν εναντίον τους και που αναφέρονται σε δραστηριότητές τους που δεν σχετίζονται με την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων. Κατά συνέπεια, αποκλείεται όχι μόνο η σύλληψη και η φυλάκιση του βουλευτή, αλλά και κάθε ανακριτική πράξη στρεφόμενη κατά του προσώπου αυτού, όπως η απαγγελία κατηγορίας ή η κλήση προς απολογία. Επίσης, καλύπτει όχι μόνο αδικήματα που θα τελέσει κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, αλλά και για εκείνα που είχε ενδεχομένως διαπράξει προς της έναρξης της περιόδου, είτε ήταν είτε δεν ήταν βουλευτής και για τα οποία οι καταδιωκτικές ενέργειες αρχίζουν εντός της βουλευτικής περιόδου.</p>
<blockquote><p>Η ανάγκη για διαφάνεια και ανανέωση προβάλλουν ως οι πρωταρχικοί στόχοι για τη δημιουργία μιας σύγχρονης δημοκρατίας</p></blockquote>
<p>Στη δική μας περίπτωση, είναι έκδηλο ότι το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 εκαλείτο, υπό τις συνθήκες έκρυθμες καταστάσεις που επικρατούσαν τότε, να θωρακίσει θεσμικά και απόλυτα όλους τους βουλευτές, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, με απώτερο σκοπό την εύρυθμη λειτουργίας της Δημοκρατίας και το κοινό και δημόσιο συμφέρον. Ως εκ τούτου, ορθά και επιβεβλημένα με τα τότε δεδομένα συμπεριλαμβάνει ασυλία βουλευτών και, μάλιστα, σε τέτοιο απόλυτο βαθμό.</p>
<p>Το ερώτημα συνεπώς το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει είναι το εξής: Τι εξυπηρετεί σήμερα η ασυλία σε ποινικές διώξεις βουλευτών αναφορικά με δραστηριότητές τους που δεν σχετίζονται με την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων; Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα ανωτέρω, γεννάται αυτόματα το ερώτημα που παραπέμπει στον τίτλο του άρθρου, απάντηση η οποία επιβάλλεται να είναι αρνητική.</p>
<p>Στις μέρες μας, όπου έχουμε σαφείς και ασφαλείς θεσμούς, με ξεκάθαρους ρόλους και με το κράτος μας ενταγμένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ανάγκη για διαφάνεια και ανανέωση προβάλλουν ως οι πρωταρχικοί στόχοι για τη δημιουργία μιας σύγχρονης δημοκρατίας. Πυρήνας της πρέπει να είναι η ίση μεταχείριση των πολιτών της και οι εκπρόσωποί της πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουν ότι δεν έχουν ανάγκη προνομιακής μεταχείρισης. Οι βουλευτές επιβάλλεται να επιδιώξουν την ανάπτυξη ενός κλίματος ελευθερίας, διαφάνειας και ώριμης ανταλλαγής απόψεων και ιδεών. Επιβάλλεται να αρνηθούν οι ίδιοι το προνόμιο και το ατομικό δικαίωμα της ασυλίας τους για πράξεις ή παραλείψεις τους εκτός Βουλής και να τροποποιήσουν το άρθρο 83(2) του Συντάγματος.</p>
<p><em>*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Πολίτης, 22 Απριλίου, 2012 (Δικαστηριακά)</em></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/agoreuseis/anagkaia-i-prostasia-ton-voyleyton-apo-to-pronomio/">Αναγκαία η προστασία των βουλευτών από το προνόμιο της ασυλίας;</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://dejure.com.cy/agoreuseis/anagkaia-i-prostasia-ton-voyleyton-apo-to-pronomio/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Διοικητικό: Έδωσε τέλος στη διαμάχη για το Άρθρο 14</title>
		<link>https://dejure.com.cy/apofaseis/dioikitiko-edose-telos-sti-diamachi-gia-to-arthro/</link>
					<comments>https://dejure.com.cy/apofaseis/dioikitiko-edose-telos-sti-diamachi-gia-to-arthro/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Νάταλι Μιχαηλίδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 19 Apr 2020 13:51:23 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Αποφάσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Άρθρο 14]]></category>
		<category><![CDATA[Διάταγμα]]></category>
		<category><![CDATA[Διοικητικό]]></category>
		<category><![CDATA[κορωνοϊός]]></category>
		<category><![CDATA[προσφυγή]]></category>
		<category><![CDATA[Σύνταγμα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://dejure.com.cy/?p=1218</guid>

					<description><![CDATA[<p>Απόφαση που θωρακίζει το Διάταγμα του υπουργού Υγείας ως πράξη κυβερνήσεως που δεν εμπίπτει στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του, εξέδωσε το Διοικητικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο προσφυγής φοιτήτριας που δεν κατέστη εφικτό να επαναπατριστεί &#8211; Κανένα έρεισμα στον ισχυρισμό περί έκδηλης παρανομίας αποφάνθηκε ο Δικαστής, Φ. Κωμοδρόμος. Γράφει: Νάταλι Μιχαηλίδου Ως στρεφόμενη κατά μη εκτελεστής διοικητικής πράξης, η αίτηση για προσωρινό διάταγμα που να ακυρώνει την ΚΔΠ 101/2020 – και συνακόλουθα η προσφυγή- απορρίφθηκε ως απαράδεκτα. Δεν στοιχειοθετήθηκε έκδηλη παρανομία, τονίζει το Δικαστήριο, που παραθέτει εκτενώς το σκεπτικό του όσον αφορά στην επίκληση του πολυσυζητημένου Άρθρου 14 του Συντάγματος. Η αίτηση Αναστολή [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/apofaseis/dioikitiko-edose-telos-sti-diamachi-gia-to-arthro/">Διοικητικό: Έδωσε τέλος στη διαμάχη για το Άρθρο 14</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Απόφαση που θωρακίζει το Διάταγμα του υπουργού Υγείας ως πράξη κυβερνήσεως που δεν εμπίπτει στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του, εξέδωσε το Διοικητικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο προσφυγής φοιτήτριας που δεν κατέστη εφικτό να επαναπατριστεί &#8211; Κανένα έρεισμα στον ισχυρισμό περί έκδηλης παρανομίας αποφάνθηκε ο Δικαστής, Φ. Κωμοδρόμος.</strong></p>
<p>Γράφει: Νάταλι Μιχαηλίδου</p>
<p>Ως στρεφόμενη κατά μη εκτελεστής διοικητικής πράξης, η αίτηση για προσωρινό διάταγμα που να ακυρώνει την ΚΔΠ 101/2020 – και συνακόλουθα η προσφυγή- απορρίφθηκε ως απαράδεκτα. Δεν στοιχειοθετήθηκε έκδηλη παρανομία, τονίζει το Δικαστήριο, που παραθέτει εκτενώς το σκεπτικό του όσον αφορά στην επίκληση του πολυσυζητημένου Άρθρου 14 του Συντάγματος.</p>
<p><strong>Η αίτηση</strong><br />
Αναστολή της εκτέλεσης «της διοικητικής πράξης που δημοσιεύτηκε ως Κ.Δ.Π. 101/2020 ως προς την πρόνοια της που περιέχεται στην παράγραφο 2(α) του Κανονισμού αναφορικά με τους περιορισμούς που τίθενται, δυνάμει των οποίων από τις 6 μ.μ. της 16ης Μαρτίου 2020 μέχρι την 30η Απριλίου 2020 και ώρα 12 τα μεσάνυκτα, θα επιτρέπεται η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία, μόνο σε όσα πρόσωπα εξ&#8217; εκείνων που δικαιούνται να εισέλθουν στη Δημοκρατία, τα οποία προσκομίζουν Ιατρικό Πιστοποιητικό εξέτασης του Κορωνοϊού», ζήτησε η φοιτήτρια από το Διοικητικό Δικαστήριο, με την έκδοση προσωρινού διατάγματος.</p>
<p>Η αίτηση καταχωρίστηκε στις 30 Μαρτίου στο πλαίσιο προσφυγής που ζητούσε όπως κηρυχθεί άκυρη η πρόνοια της εν λόγω Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης αναφορικά με τους περιορισμούς που τίθενται στην παράγραφο 2(α) και συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση του πατέρα της αιτήτριας, όπου αναφέρεται ότι παρά τις προσπάθειες δεν κατέστη δυνατή η εξασφάλιση της απαιτούμενης ιατρικού πιστοποιητικού, γιατί «κανένα ιατρικό κέντρο στη Μεγάλη Βρετανία δεν παρείχε τέτοια βεβαίωση».</p>
<p><strong>Επίκληση του άθρου 14</strong><br />
Υποστηρίζοντας ότι το προαπαιτούμενο ιατρικό πιστοποιητικό «ήταν μια συγκεκαλυμένη και/ή παράνομη πρόφαση ολοκληρωτικής άρνησης εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία ενός πολίτη της» και ότι ως αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης πράξης, «η αιτήτρια εγκλωβίστηκε στη Μεγάλη Βρετανία, μόνη, αβοήθητη και μακριά από τους δικούς της, ενώ και τα μέτρα στη χώρα έχουν ενταθεί», κατ’ επίκληση του Άρθρου 14 του Συντάγματος, προβλήθηκε η θέση ότι σε κανέναν Κύπριο πολίτη δεν μπορεί να παρεμποδιστεί η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία για οποιοδήποτε λόγο.</p>
<p><strong>Τέθηκε ενώπιον Δικαστηρίου ότι η προσβαλλόμενη πράξη αντίκειται ευθέως στο Άρθρο 14</strong>, δεδομένου ότι αυτό παρέχει απόλυτη προστασία και δεν προβλέπει την επιβολή οποιωνδήποτε περιορισμών για τους οποιουσδήποτε λόγους, όπως συμβαίνει με άλλα ατομικά δικαιώματα, η άσκηση των οποίων μπορεί να περιορίζεται κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας.</p>
<p>Ως εκ τούτου, υποστηρίχθηκε ότι «η προσβαλλόμενη πράξη ως προς τους όρους που τίθενται με την παράγραφο 2(α) αυτής, πάσχει από έκδηλη παρανομία» και ότι «η πράξη αυτή είναι ultra νires και/ή εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 6(α) έως (δ) του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου (Κεφ. 260), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο», καθότι σε καμία από τις διατάξεις του εν λόγω Άρθρου δεν προβλέπεται η δυνατότητα παρεμπόδισης εισόδου Κύπριου πολίτη στη Δημοκρατία, είτε άμεσα είτε έμμεσα, με την υποχρέωση προσαγωγής οποιοδήποτε πιστοποιητικού ως προαπαιτούμενου εισόδου.</p>
<p>Τέθηκε, παράλληλα από τους συνηγόρους της αιτήτριας (Ρίκκος Μαππουρίδης &amp; Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Α. Πατσαλίδης) και <strong>ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας</strong>, ενώ υποστηρίχθηκε ότι «η άρνηση της Δημοκρατίας να επιστρέψει την είσοδο της αιτήτριας στην Κύπρο θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια, τη ζωή και τη σωματική της άνεση, κατά παράβαση των Άρθρων 7 και 9 του Συντάγματος».  Στην απόφασή που εκδόθηκε την Πέμπτη (16.04), το Διοικητικό Δικαστήριο επισημαίνει εκ προοιμίου ότι η αιτήτρια προέβαλε «ως μοναδικό λόγο για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, την ύπαρξη έκδηλης παρανομίας της επίδικης πράξης».</p>
<div id="attachment_1219" style="width: 798px" class="wp-caption aligncenter"><img aria-describedby="caption-attachment-1219" loading="lazy" class="wp-image-1219 size-full" src="https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/04/diatagma-e1587303547365.png" alt="" width="788" height="557" srcset="https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/04/diatagma-e1587303547365.png 788w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/04/diatagma-e1587303547365-300x212.png 300w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/04/diatagma-e1587303547365-768x543.png 768w, https://dejure.com.cy/wp-content/uploads/2020/04/diatagma-e1587303547365-400x283.png 400w" sizes="(max-width: 788px) 100vw, 788px" /><p id="caption-attachment-1219" class="wp-caption-text">Το επίδικο Διάταγμα που εξέδωσε ο υπουργός Υγείας, Κωνσταντίνος Ιωάννου, στο πλαίσιο των εξουσιών που του εκχωρήθηκαν κατόπιν απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου.</p></div>
<p><strong>Η θέση της Δημοκρατίας</strong><br />
Από την πλευρά της, η καθ’ης η αίτηση (Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Υγείας) ήγειρε τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις:</p>
<ul>
<li>Η προσβαλλόμενη δια της προσφυγής πράξη δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη εντός της έννοιας του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αλλά στην ουσία προσβάλλεται το περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ. 3) του 2020» (Κ.Δ.Π. 101/2020), το οποίο αποτελεί κανονιστική πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η οποία δεν υπόκειται στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου</li>
<li>Η αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος προς έγερση της παρούσας προσφυγής, αφού δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη ιδίου, άμεσου, ενεστώτος, συγκεκριμένου και προσωπικού συμφέροντος, κατά τρόπο που να εξατομικεύει την προσβολή που αυτή υφίσταται στα δικαιώματα και στο έννομο συμφέρον της</li>
<li>Η προσβαλλόμενη διάταξη της Κ.Δ.Π. 101/2020 που περιέχεται στην παράγραφο 2(α) αυτής έχει απωλέσει την εκτελεστότητά της, εφόσον αυτή έχει τροποποιηθεί από μεταγενέστερα Διατάγματα, τα οποία δεν προσβάλλονται με την παρούσα προσφυγή, περιλαμβανομένου και του περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διατάγματος (Αρ. 5) του 2020» (Κ.Δ.Π. 103/2020) και/ή η προσφυγή έχει απωλέσει το αντικείμενό της. Η όποια προσωρινή εφαρμογή της προϋπόθεσης περί προσκόμισης ιατρικού πιστοποιητικού, η οποία προβλεπόταν στην Κ.Δ.Π. 101/2020, έληξε και/ή υπερκεράσθηκε από τη γενικότερη απαγόρευση πτήσεων που επιβλήθηκε με το περί Πολιτικής Αεροπορίας (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα του 2020 (Κ.Δ.Π. 115/2020).</li>
<li>Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται εσφαλμένη Κ.Δ.Π., καθότι οι όποιοι προσωρινοί περιορισμοί υφίσταντο στην επάνοδο της αιτήτριας στη Δημοκρατία, κατά την καταχώρηση της προσφυγής μέχρι και σήμερα, δεν είναι απόρροια της προσβαλλόμενης Κ.Δ.Π. 101/2020, αλλά οφείλονται στη γενικότερη απαγόρευση πτήσεων που επιβλήθηκε με την προαναφερθείσα Κ.Δ.Π. 115/2020·</li>
<li>Με την παρούσα προσφυγή δεν προσβάλλεται εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πράξη κυβερνήσεως</li>
<li>Η παρούσα προσφυγή είναι αλυσιτελής, εφόσον ακόμα και αν αυτή επιτύχει, η αιτήτρια δεν θα μπορέσει να επωφεληθεί από αυτήν, καθότι έχει εκδοθεί άλλο Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 115/2020), το οποίο δεν προσβάλλεται από την αιτήτρια, και με το οποίο απαγορεύονται, πλην μερικών, οι πτήσεις από και προς τη Δημοκρατία.</li>
</ul>
<p>Πέραν τούτων, η δικηγόρος της Δημοκρατίας, Ε. Νεοφύτου, υποστήριξε ότι η επίδικη πράξη «είναι νόμιμη και απολύτως απαραίτητη και ουδεμία έκδηλη παρανομία υπάρχει σε αυτήν» και ότι πάρθηκε «αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και οι διαθέσιμες δυνατότητες του συστήματος υγείας της Δημοκρατίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατ&#8217; ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχονται στην καθ&#8217; ης η αίτηση, προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και της δημόσιας υγείας, με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης της ασθένειας του κορωνοϊού και απώτερο σκοπό την προστασία της ζωής του εγχώριου πληθυσμού της Δημοκρατίας».</p>
<p>Η ένσταση συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση της Λειτουργού του Υπουργείου Υγείας, Αναστασίας Ανθούση, όπου αναφέρθηκε ότι για την έκδοση του επίδικου Διατάγματος «λήφθηκε υπόψη η ευθύνη της Δημοκρατίας για προστασία της δημόσιας υγείας και του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης της ασθένειας του κορωνοϊού». Επιπλέον, έγινε αναφορά στην υπό του Υπουργού Μεταφορών, Συγκοινωνιών και Έργων έκδοση της Κ.Δ.Π. 115/2020, στις 20.3.2020, σύμφωνα με την οποία απαγορεύτηκαν οι πτήσεις από και προς τη Δημοκρατία, με ορισμένες εξαιρέσεις.</p>
<p><strong>Κυβερνητική πράξη </strong><br />
<strong>το επίδικο Διάταγμα</strong><br />
Εξετάζοντας τις προβαλλόμενες προδικαστικές ενστάσεις και κατά πόσον η επίδικη πράξη αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, ως η θέση της αιτήτριας ή κανονιστική πράξη νομοθετικού περιεχομένου, το Δικαστήριο διαπίστωσε «την κανονιστική της φυσιογνωμία και/ή τη φύση της ως πράξης κανονιστικού χαρακτήρα: ειδικότερα ως προς την διάταξη της παραγράφου 2(α) που εδώ ενδιαφέρει, είναι σαφές ότι τίθεται δι&#8217; αυτής, κατά τρόπο αντικειμενικό, γενικό και απρόσωπο, κανόνας δεσμευτικός για το παρόν και το μέλλον, ήτοι κανόνας δικαίου. Από την ίδια τη φύση και το εννοιολογικό περιεχόμενο της ρύθμισης που περιέχεται στη συγκεκριμένη διάταξη, και ανεξάρτητα από το εάν αυτή έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα εκτελεστής διοικητικής πράξης, προκύπτει ξεκάθαρα η γενικότητά της και, συνακόλουθα, η δυνατότητα εφαρμογής της σε περιπτώσεις γενικές, αόριστες και/ή απρόσωπες που είτε ήδη υπάρχουν είτε θα υπάρξουν στο μέλλον».</p>
<p>Συναφώς, διαπιστώνει το Δικαστήριο, «το νομικό περιεχόμενο της επίδικης διάταξης και, κατ&#8217; επέκταση όλης της Κ.Δ.Π., δεν εξαντλείται σε μία εφαρμογή, αλλά δύναται να προκαλεί νέες εφαρμογές σε αόριστες και μέλλουσες περιπτώσεις που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η πράξη» και επισημαίνει ότι «η συγκεκριμένη διάταξη δεν αφορά μόνο σε φοιτητές, ως είναι η αιτήτρια, εφόσον στο πεδίο εφαρμογής της δύναται να εμπίπτει οποιοδήποτε πρόσωπο ‘εξ&#8217; εκείνων που δικαιούνται να εισέλθουν στη Δημοκρατία’, ήτοι επί της ουσίας οποιοσδήποτε πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ και ως προς το στοιχείο του χρόνου, η επίδικη ρύθμιση επεκτείνεται και/ή δύναται να αφορά όχι μόνο σε ήδη υπάρχουσες περιπτώσεις, αλλά και σε περιπτώσεις που θα υπάρξουν στο, έστω εγγύς, μέλλον, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές συγκεντρώνουν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις».</p>
<p>Είναι πρόδηλο, με βάση την απόφαση, ότι <strong>η συγκεκριμένη ρύθμιση, όπως και το επίδικο Διάταγμα στο σύνολό του, έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός κανόνα δικαίου</strong>, η εφαρμογή του οποίου είναι γενική, δεν εξαντλείται σε συγκεκριμένες και υφιστάμενες περιπτώσεις, αλλά επεκτείνεται και σε μέλλουσες περιπτώσεις. «Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση, ήτοι ότι το επίδικο Διάταγμα και δη η διάταξη της παραγράφου 2(α) συνιστούν ατομική διοικητική πράξη, θα αναιρούσε και θα εξουδετέρωνε την ίδια την έννοια, αλλά και τη φύση, τόσο της κανονιστικής διοικητικής πράξης ως κανόνα δικαίου, όσο και, κατ&#8217; αντιδιαστολή, της ατομικής διοικητικής πράξης, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι η δημιουργία μιας υποκειμενικής κατάστασης και η εξατομίκευση ενός κανόνα δικαίου, κατά την εφαρμογή του σε συγκεκριμένη περίπτωση», τονίζει το Δικαστήριο.</p>
<blockquote><p>Τυχόν διαφορετική αντιμετώπιση θα αναδείκνυε το Δικαστήριο σε ουσιαστικό ρυθμιστή της υγειονομικής πολιτικής του κράτους</p></blockquote>
<p>Παραπέμποντας σε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου <strong><em>(Lanitis Farm and another ν. The Republic of Cyprus (1982) 3 Α.Α.Δ. 124, Δημοκρατία ν. Cyprus General Bonded &amp; Transit Stores Association κ.α. (1998) 3 Α.Α.Δ. 57, Ανδρέας Χαμάλης ν. Δημοκρατίας (1998) 4 Α.Α.Δ. 612 </em></strong><em>και άλλες)<strong>,</strong></em> ο κ. Κωμοδρόμος κατέληξε ότι «η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη νομοθετικού περιεχομένου που, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, δεν μπορεί να προσβληθεί δια προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 και εκφεύγει του ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου».</p>
<p>«Με αυτή δε τη διαπίστωση, είναι αυτονόητο ότι σφραγίζεται από το στάδιο αυτό η τύχη τόσο της παρούσας αίτησης, όσο και της ίδιας της προσφυγής, η οποία υπόκειται σε απόρριψη ως απαράδεκτη, χωρίς να διεξαχθεί ακρόαση αυτής», επισημαίνεται.</p>
<p>Επιπρόσθετα, ο Δικαστής υπομνύει ότι η πλευρά της αιτήτριας μπορούσε και είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδικης Κ.Δ.Π. 101/2020, στο πλαίσιο προσφυγής στρεφόμενης όχι ευθέως κατά κανονιστικής διοικητικής πράξης, αλλά κατά ατομικής διοικητικής πράξης, που να έχει όλα τα χαρακτηριστικά εκτελεστής διοικητικής πράξης, όπως π.χ., κατά της αρνητικής απάντησης της Διοίκησης σε αίτημα της αιτήτριας να της επιτραπεί η είσοδος στη Δημοκρατία επειδή, ενδεχομένως, δεν είχε τις απαιτούμενες διατυπώσεις. «Κάτι βεβαίως που η αιτήτρια δεν έπραξε, αλλά <strong>αποφάσισε να στραφεί κατ&#8217; ευθείαν, απαραδέκτως, κατά της Κ.Δ.Π. 101/2020, ήτοι κατά κανονιστικής διοικητικής πράξης νομοθετικού περιεχομένου</strong>», σημειώνεται στην απόφαση».</p>
<p>Προσθέτει δε ως λόγο απόρριψης, τόσο της αίτησης όσο και της προσφυγής, ότι «η επίδικη Κ.Δ.Π. 101/2020 έχει <strong>όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα πράξης κυβερνήσεως</strong>, η οποία, κατά πάγια νομολογία, εκφεύγει του αναθεωρητικού ελέγχου και δεν δύναται να προσβληθεί δια προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».</p>
<p>Ξεκάθαρες μάλιστα οι επισημάνσεις του Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά στον ρόλο της Δικαιοσύνης σε τέτοιες περιπτώσεις. Το ότι οι κυβερνητικές πράξεις δεν υπόκεινται στο δικαστικό έλεγχο αποτελεί έκφανση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών,τονίζει το Δικαστήριο, «εφόσον, αν <strong>τα Δικαστήρια ήλεγχαν τις κυβερνητικές πράξεις, τότε αυτό θα σήμαινε ότι θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν την υποκειμενική κρίση των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας με μια δική τους, όχι λιγότερο υποκειμενική, αξιολόγηση</strong>». Αντίθετα, προστίθεται, «θα μπορούσε εύλογα να λεχθεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, ως και η υπό κρίση, είναι προτιμότερη η κρίση των φορέων της εκτελεστικής εξουσίας, δεδομένου ότι αυτοί, λόγω της συνεχούς ενασχόλησής τους με τα συγκεκριμένα ζητήματα, εν προκειμένω ζητήματα υγείας, κατά τεκμήριο υπερτερούν σε γνώσεις και εμπειρίες». Αναλύοντας περαιτέρω το σκεπτικό του, το Δικαστήριο σημειώνει ότι «τυχόν διαφορετική αντιμετώπιση στην υπό εξέταση περίπτωση, θα αναδείκνυε το Δικαστήριο σε ουσιαστικό ρυθμιστή της υγειονομικής πολιτικής του κράτους, αφού το Δικαστήριο θα υπεισερχόταν ανεπίτρεπτα σε πεδίο αμιγώς πολιτικών εκτιμήσεων και σε αυτό θα εναπόκειτο η τελική απόφαση αναφορικά με τα υπό συζήτηση υγειονομικά μέτρα».</p>
<p>Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι «και το επίδικο Διάταγμα, σκοπός του οποίου είναι η προστασία της δημόσιας υγείας εντός της Δημοκρατίας, δια του καθορισμού μέτρων με σκοπό την παρεμπόδιση εξάπλωσης του κορωνοϊού (βλ. παράγραφο 2 της Κ.Δ.Π. 101/2020), και κατά του οποίου ευθέως στρέφεται η παρούσα προσφυγή, συνιστά, ως εκ της φύσης του, πράξη κυβερνήσεως, η οποία, ως μη εκτελεστή διοικητική πράξη, δεν εμπίπτει στον αναθεωρητικό έλεγχο του παρόντος Δικαστηρίου».</p>
<p><strong>Το ζήτημα της έκδηλης παρανομίας</strong><br />
Λόγω της ιδιαιτερότητας της περίπτωσης και του αναντίλεκτου γεγονότος ότι πρόκειται περί ενός ιδιαίτερα ευαίσθητου θέματος, όπως σημειώνεται στην απόφαση, το Δικαστήριο προχώρησε σε ιδιαιτέρως σημαντικές επισημάνσεις ως προς την ουσία της αίτησης, ήτοι του ισχυρισμού περί έκδηλης παρανομίας.</p>
<p>«Το υπό εξέταση ένδικο μέσο που επέλεξε η αιτήτρια προς προώθηση των αιτημάτων της, ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962», αναφέρει αρχικά στην απόφασή του ο Δικαστής, Φ. Κωμοδρόμος και προσθέτει ότι «η δικαιοδοσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση μιας προσφυγής ασκείται με φειδώ και μόνο όταν στοιχειοθετηθεί ότι υπάρχει είτε έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης είτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή, από τη μη έκδοση του διατάγματος». Από την πλευρά της αιτήτριας δεν τέθηκε προς εξέταση ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημιάς, αλλά επιχειρήματα υπέρ και μόνο της έκδηλης παρανομίας.</p>
<p>Η επιχειρηματολογία επί τούτου βασίστηκε σε δύο σκέλη «τόσο στην παραβίαση του Άρθρου 14 του Συντάγματος, όσο και στο ότι η επίδικη Κ.Δ.Π. 101/2020 είναι ultra νires του άρθρου 6(α), (β), (γ) και (δ) του Νόμου». Η δικηγόρος της Δημοκρατίας υποστήριξε ότι το Άρθρο 14 «αφορά αποκλειστικά σε θέματα εξορίας και απέλασης και συγκεκριμένα περιπτώσεις κατά τις οποίες απαγορεύεται σε πολίτη της Δημοκρατίας η είσοδος στη Δημοκρατία λόγω προηγούμενης απόφασης κήρυξής του ως εξόριστου». Κατά τη σχετική εισήγηση, οι δυο έννοιες (απέλαση και απαγόρευση εισόδου) αφορούν στο ίδιο νομικό ζήτημα, ήτοι την εξορία ή απέλαση και στο δικαίωμα εισόδου ή επανεισόδου λόγω εξορίας ή απέλασης, όχι όμως σε άλλα θέματα.</p>
<p>Το Άρθρο 14, με βάση την εισήγηση της κ. Νεοφύτου, σκοπό είχε να θέσει απαγόρευση εφαρμογής της απέλασης/εξορίας πολίτη της Δημοκρατίας και εισόδου του στη Δημοκρατία για το λόγο αυτό, «κατά τρόπο που να καταστήσει σαφές ότι δεν επιτρέπεται για τους πολίτες της Δημοκρατίας η μεταχείριση που επιφυλάσσεται σε αλλοδαπούς» και δεν είναι νοητή η επέκταση του εν λόγω Άρθρου σε άλλα θέματα πέραν των θεμάτων που συνδέονται με εξορία ή απέλαση. Διατύπωσε εξάλλου τη θέση ότι αναφορικά με το γενικό δικαίωμα μετακίνησης (εξόδου, διακίνησης) στη Δημοκρατία, δεν εφαρμόζεται το Άρθρο 14 του Συντάγματος αλλά το Άρθρο 13, που ρητά προβλέπει ότι «το δικαίωμα ελευθέρας μετακινήσεως εντός της Δημοκρατίας και διαμονής σε οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ως και το δικαίωμα μόνιμης ή προσωρινής εγκατάλειψης του εδάφους της Δημοκρατίας υπόκειται σε περιορισμούς που επιβάλλονται, μεταξύ άλλων, διότι κρίθηκαν αναγκαίοι για τη δημόσια υγεία».</p>
<p>Κατόπιν εξέτασης της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι <strong>«κάθε άλλο παρά έκδηλη παρανομία προκύπτει στην υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι μια τέτοια παρανομία δεν αναδύεται αυτόματα, αλλ&#8217; ούτε και αναντίλεκτη είναι, ως η πάγια νομολογία απαιτεί».</strong></p>
<p>Στο πλαίσιο αυτής της διαπίστωσης και χωρίς να εκφέρεται τελική κρισή λαμβανομένου υπόψη του σταδίου που εγείρεται το ζήτημα (ενδιάμεση αίτηση), το Δικαστήριο διέκρινε μεταξύ απαγόρευσης εισόδου και ρύθμισης του δικαιώματος για προσωρινό χρονικό διάστημα αναφέροντας ότι «δεν μπορεί να αποκλειστεί, άνευ ετέρου και χωρίς περαιτέρω διερεύνηση, η θέση της καθ&#8217; ης η αίτηση ότι στην υπό κρίση περίπτωση αυτό που υπήρξε ήταν ένας θεμιτός, προσωρινός, περιορισμός ενός δικαιώματος, ο οποίος έγκειται σε μέτρα απολύτως αναγκαία για την προστασία της υγείας του εγχώριου πληθυσμού και της ανθρώπινης ζωής» και τονίζοντας ότι «Ούτε, γενικότερα, μπορεί να λεχθεί ότι η κάθε ρύθμιση της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος εμπίπτει, άνευ ετέρου, εντός της έννοιας της απαγόρευσης εισόδου». Επ&#8217; αυτού, συνεχίζει ο Δικαστής «θα μπορούσε επίσης κάποιος να θέσει το επιχείρημα ότι λόγω της ιδιάζουσας κατάστασης και της επιτακτικής ανάγκης για προστασία της δημόσιας υγείας, οι δια του επίδικου Διατάγματος εξαιρετικοί και προσωρινοί περιορισμοί του δικαιώματος εισόδου στη χώρα, δεν συνιστούν, το δίχως άλλο, και απαγόρευση εισόδου και ότι διαφορετική ερμηνεία θα μπορούσε να οδηγήσει σε παράλογα αποτελέσματα, εφόσον θα στερείτο αυτομάτως και a priori η Δημοκρατία κάθε δυνατότητας να θέτει περιορισμούς στο δικαίωμα εισόδου ακόμα και πολίτη της».</p>
<blockquote><p>Δεν τέθηκε προς εξέταση ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημιάς, αλλά επιχειρήματα υπέρ και μόνο της έκδηλης παρανομίας.</p></blockquote>
<p>Τέτοιου είδους περιορισμοί, προστίθεται, «δεν αναμένεται να αναγράφονται στο ίδιο το Σύνταγμα, οι διατάξεις του οποίου, ως γνωστό, εξειδικεύονται και αναπτύσσονται περαιτέρω στην εθνική πρωτογενή και δευτερογενή νομοθεσία». Συνεπώς, ο Δικαστής αναφέρει ότι «ακόμα και αν η κατάληξή μου ως προς την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης πράξης ήταν διαφορετική, είναι ξεκάθαρο ότι δεν εντοπίζεται έκδηλη παρανομία ως προς την έκδοση και το περιεχόμενο της επίδικης Κ.Δ.Π., ήτοι τέτοια παρανομία που να αναδύεται αυτόματα, να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη και αντικειμενικά αναντίλεκτη, προκειμένου να συντρέχει λόγος έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος». Υπενθυμίζεται δε ότι «κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να μπορεί η παρανομία να χαρακτηριστεί ως ‘έκδηλη’, θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα, να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη, αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων και να συνεπάγεται καθαρή παραβίαση της υπό του νόμου προβλεπόμενης διαδικασίας ή αδιαμφισβήτητη περιφρόνηση των θεμελιωδών αρχών του Διοικητικού Δικαίου».</p>
<p>Για τους ίδιους λόγους, απέρριψε περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι η επίδικη Κ.Δ.Π. 101/2020 είναι έκδηλα παράνομη ως ultra νires του άρθρου 6(α), (β), (γ) και (δ) του Νόμου. Ούτε και σε αυτή την περίπτωση μπορεί να γίνεται λόγος για έκδηλη παρανομία, εφόσον μια τέτοια παρανομία ούτε αναδύεται αυτόματα, αλλ&#8217; ούτε και αναντίλεκτη είναι, επισημαίνει ο κ. Κωμοδρόμος. «Ειδικότερα, ως προς τα όσα εκτίθενται αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού του κ. Μαππουρίδη, θα μπορούσε να προβληθεί ο προβληματισμός που έχει προεκτεθεί περί διάκρισης μεταξύ απαγόρευσης άσκησης δικαιώματος, αφενός, και ρύθμισης άσκησης και εύλογου περιορισμού ενός τέτοιου δικαιώματος, αφετέρου» σημειώνει, για να προσθέσει ότι υπό το φως των νομολογιακών κατευθυντήριων επί του θέματος, ότι δεν μπορεί επ&#8217; ουδενί να γίνεται λόγος για έκδηλη παρανομία στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η παρούσα αίτηση δεν έχει έρεισμα, αποτυγχάνει και απορρίπτεται, καταλήγει η απόφαση.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy/apofaseis/dioikitiko-edose-telos-sti-diamachi-gia-to-arthro/">Διοικητικό: Έδωσε τέλος στη διαμάχη για το Άρθρο 14</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://dejure.com.cy">De Jure</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://dejure.com.cy/apofaseis/dioikitiko-edose-telos-sti-diamachi-gia-to-arthro/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
